ΜΕΝΟΥ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

" Θυμούμαι ..... " του Κλ.Κλώνη


Ο Κλεόβουλος Κλώνης συμμετείχε ενεργά σε κάθε προσπάθεια που είχε για σκοπό την εξέλιξη της Νέας Κούταλης. Συμπαραστάτης από την πρώτη στιγμή του Πολιτιστικού Συλλόγου Παναγής ο Κουταλιανός, εκδήλωνε ποικιλοτρόπως την αγάπη του για την παλιά και την νέα πατρίδα. Φίλοι παιδικοί με τον Χρυσόστομο Βασιλείου συναντιόντουσαν κάθε εβδομάδα στην ποτοποιία Sante στην οδό Χαλκοκονδύλη για να μιλήσουν για τα παλιά και να καταστρώσουν σχέδια με ποιους τρόπους θα βοηθήσουν την καινούρια τους πατρίδα. Το 1968 ο Χρυσόστομος Βασιλείου ξεκίνησε μια προσπάθεια καταγραφής αναμνήσεων από τους Κουταλιανούς. Σε εκείνο το χειρόγραφο βιβλίο, ο Κλεόβουλος Κλώνης είχε γράψει :


Ο Άνθρωπος θαρείς και είναι δεμένος με τη Γής όπου γεννήθηκε – σαν ένα δέντρο στο χώμα όπου ρίζωσε. Εκεί που πρωτάνοιξαν τα μάτια του στο φώς – κρατεί τις πρωτόφαντες εντυπώσεις του για όλα τα πράμματα – γιά όλα τα συναισθήματα – αυτά που θα τον κυριαρχήσουν σε όλη του την Ζωή. Έτσι του μένει πάντα προσφιλής η πατρίδα του, όποια κι άν είναι : γιατί εκεί έζησε παιδί.

Και αυτά που θα χαράξω στο τεφτέρι του Χρυσόστομου Βασιλείου, εδώ, θα είναι ανάκατα και αφελή, αφού απο την Κούταλη έφυγα μικρό αγόρι – και βάσταζα πάντα σαν καθαγιασμένες τις μνημοσύνες μου – και βάσταζα μέσα την θαμπή εικόνα : ένα νησάκι από όπου ξεκίνησα.....

Θυμούμαι....

Τον καταγυαλό της – όπου μύριζεν η πίσσα και το σκοινί – με τα τραβηγμέ-α καϊκια να τα καλαφατίζουν και να τα παλαμίζουν - - με την ψαρίλα του ψαριού που πάστωνανα στα βαρέλια, στα μαγαζιά. Στα τραβηγμένα σκαριά παίξαμε παιδιά, και με το μυαλό μας πρωτοταξιδέψαμε στα μακρυά με τα δεμένα καϊκια.

Στο γυαλό ρίξαμε τις ξύλινες καράβες μα – μούτσοι και καπεταναίαι, και πόσες φορές δεν χάσαμε το σχολείο γι αυτή μας την θαλασινή χαρά.
Εκεί στο γυαλό πρωτοτραβήκξαμε κουπί – και βολτάραμε στην σκοτεινιά της νύχτας όταν με το χέρι μας βουτηγμένο στη θάλασσα αφήναμε πίσω μας ένα διμαντένιο γαλαξία – να φωσφορίζει καθώς τραβούσε το σκαρί.
Στο γυαλό πρωταντικρύσαμε την αγριεμένη θάλασσα – με τ αφρισμένα της κύματα – όπου τα λατίνιακαι τα μπάρκα σήκωναν στον αγέρα τα πανιά.
. . . . . . . . . . . .

Το πατρικό μας σπίτι ήταν πίσω απο την Φανερωμένη – ένα ψηλό σπίτι αερικό – κάτω ήταν τα δώματα και τα κελάρια, κι απάνω η καλές η κάμαρες. Στ αυτιά μου χτυπάει ένα βαρυόηχο ρολόϊ - και φαντάζει μια πολύφωτη λάμπα πούχε φέρει ο πατέρας μου - ο καπετάν Σωκράτης Κλώνης – από την ξενητειά. Ένας διάδρομος πλατύς έβγαζε σ ένα χαγιάτι σκεπασμένο με μια κληματαριά, - και κει θυμούμαι η μάνα μου – η Ιουλία του Ορφανίδη του δασκάλου – άπλωνε στο τέλος του καλοκαιριού την μουσταλευριά. Στο μυαλό μου φέρνω τον τρύγο.- Το τί χαρά για τα παιδιά – όταν τ άλογα που ερχόντουσαν απο την Αφισιά κουβαλούσαν μέσα στις βούτες το σταφύλι των αμπελιών, φορτωμένα κουδούνια και χαϊμαλιά – που γίνονταν αγαπημένο μας παιχνίδι όταν πλάθαμε απο λασπόχωμα τ αλογάκια με τις βούτες τουε, όπως τα βλέπαμε στον τρυγητό.

Κάτω απο την Φανερωμένη ήταν ο μεγάλος καφενές, η «Πέγκια» όπως την λέγανε – και τον μαγαζάτορα τον «Δαίμονα» - που μας κυνηγούσε μ ένα ραβδί, όταν σκαρφαλώναμε πάνω στις τζιτζιφιές του για να γευτούμε τον στεγνό-στυφό καρπό τους.
Δίπλα στο σπίτι μας ακουμπούσε ένα άλλο μαγαζί – το «Πόρτ Αθούρ» - όπου γενόντουσαν γλέντια αντρικά και καιμιά φορά γαυγαδίζανε τα αψιά παληκαράκια- και πιο πέρα θυμούμαι το μαγαζί του Μούτσου – αυτός ήταν φίλος του πατέρα μου και είχε πάντα δεμένο τόνα του χέρι – κομμένο στον καρπό απο τρομπόνι που έριξε το Πάσχα. Αυτό το έθιμο να παραβγαίνουν οι άντρες ποιός να ρίξει το δυνατώτερο τρομπόνι το θυμούμαι ως τα χρόνια μου, όταν χαλούσε ο κόσμος στη μέρα της Δεύτερης Ανάστασης. Κι η γιορτές... με την μυρωδιά των χρυσωμένων ( των φαραγγομένων) πορτοκαλιών, με τά τοπικά μας τραγούδια – Και τα πανηγύρια όπου χόρευαν οι νέες και τα παληκάρια – με την μοσχοβολιά των φαγητών – και των γλυκών – και του «πελτέ» - του τοπικού φτωχόγλυκου του σκεπασμένου με τα καρύδια. Μια φορά η μάνα μου μ’ έστειλε σε μια γειτόνισα νά πάω μιαν καλήν είδηση – ο πατέρας μου της έγραψε πως είχε φτάσει στην Πόλη ένας Αμερικάνος Κουταλιανός ύστερα απο χρόνια ξενητεμού – αρραβωνισμένος – που ερχόταν να παντρευθεί. Και μέστειλαν πίσω με μιά πιατέλα «πελτέ» σκεπα-σμένο στο καρύδι – που δεν μπορούσα να την σηκώσω ............

Περιδιαβαίνω θαρείς μές στα σοκάκια της Κούταλης. Περνώ απ τα στενά όπου μύριζε η σούμα του ρακιού και τραβώ για το σκολειό μας – που ήταν κάτω απο την εκκλησιά της Κοίμησης της Θεοτόκου. Στημένο απάνω στο βρατοπο – εκεί ‘οπου των Φώτων ρίχναν στην θάλασσα τον Σταυρό – για να τον γυρίζουν ύστερα στο χωριό τα παληκάρια που τον πήραν απ τα κύματα – ψέλνοντας τα γιορτινά τροπάρια.

Δίπλα στην εκκλησιά σιωπηλές παράστεκαν ταφόπετρες όπου παληά θα ήταν θαμμένοι κληρικοί. Τραβώ στα σπίτια τ ακρηνά – και τραβώ ώς τιου «παλαβού» - όπου απο πάνω πρασίνιζαν τ’ αμπέλια . Περνώ τον δρόμο τ Αϊ Γιωργιού – για το νερό του ξερονησιού μας – από όπου κουβαλούσαν στις στάμνες το νερό πού τρεχε απο την πάνω και την κάτω βρύση. ‘Αντίκρυ, καταμεσής το πέλαγο ο ξερόβραχος της «Αγιάνησος» - όπου ακούγεται πως καβαλάρης πέταξε ο Άϊ Γιώργης, κι απάνω στα γκρίζα βράχια μας δείχνανε του αλόγου τα πέταλα τυπωμένα !

...... Έρχομαι πίσω κατά την Αγία Παρασκευή – και περνώ απο το νεκροτα-φείο του νησιού μας όπου κοιμόντουσαν τον αιώνιο ύπνο οι παπούδες μας . . . οι πρόγονοί μας . . . . Ύστερα πάω με το μυαλό μου στο δρόμο του γυαλού για τα «Σαράγια» - Θα ήταν παληά αρχοντικά σπίτια πολυόροφα, όπου στους μπαξέδες μπροστά μοσχοβολούσαν τα φτωχολούλουδα...


Εκεί, σ ένα άλλο μαγαζί, το «Λούξ» - θυμούμαι τα γλέντια και τους γιορτα-σμούς – εκεί πρωτακούστηκε στην Κούταλη η Λατέρνα πρωτόφερτη.- Τα γλέντια τ αντρικά – όπου συνάζονταν μόνο παληκάρια – να φάνε και να πιούν – να τραγουδήσουν να χορέψουν, και καμιά φορά να καυγαδίσουν και να τα σπάσουν γλεντώντας. . . . . . . . . .

Της ψυχής μου ελπίδα, να βρισκόμουνα μια φορά ξανά στην Κούταλη - την ρημαγμένη πιά και χαλασμένη – να περπατήσω ξένος και περαστικός - στον κύκλο της Ζωής μου - όνειρο.

Την Κούταλη – που έκανε στίχον αφελή ο Δάσκαλος :
« Η Κούταλη μικρό νησί – μά έχει χάρη περισή....»


ΚΛ.ΚΛΩΝΗΣ
Αθήνα 14-10-68




Δεν υπάρχουν σχόλια: