ΜΕΝΟΥ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Χρυσόστομος Βασιλείου "...από την Κούταλη"


Στό κέντρο σχεδόν της θάλασσας του Μαρμαρά, της Προποντίδος, και το πρώτο νησάκι που ανταμώνουμε όταν απο τα Στενά ταξιδεύουμε για την Πόλη, ένα μικρό νησάκι 5 ½ χιλιόμετρα μάκρος και 500 μέτρα φάρδος, τόσο ήταν και είναι η Νήσος Κούταλης, της επαρχίας Μαρμαρά και Μητροπόλεως Κυζίκου. Πολλοί χάρτες ούτε κάν το σημειώνουν. Πάρα πολλοί Έλληνες, ακόμη και από εκείνα τα μέρη, ούτε καν το ξέρουν. Μόνον παλιοί και Παληοελλαδίτες, θυμούνται τον Παναγή τον Κουταλιανό και τα κατορθώματά του, και συνεπώς και τ’ όνομα Κούταλη.

Λίγο χώμα, λίγα αμπελάκια, και δυο μικρά βουναλάκια στις δύο άκρες του νησιού, το ένα προς την Ανατολή το άλλο προς την Δύση. Στην μέση και κατά μήκος, χτισμένο ένα όμορφο χωριό, χωρίς ρυμοτομία μα με πολλά αρχοντικά που δείχνανε περασμένα μεγαλεία. Έτσι καλά το θυμάμαι, τόχω στον νου και στην καρδιά μου και με τα μάτια της ψυχής μου το περιδιαβαίνω κάθε λίγο και λιγάκι, οπόταν κι΄ όταν ξεκουράζομαι από τις καθημερινές φροντίδες.

Είναι η Πατρίδα μου, το χωριό που γεννήθηκα, η Κούταλη. «Από κείπάν» και «απο κείκάτ» χωριζόταν το χωριό, μα εγώ γεννήθηκα σχεδόν στην μέση κοντά στην εκκλησία της Φανερωμένης, την Πρωτομαγιά του 1912.
..............................
Μιαν αυγή το καλοκαίρι του 1916 ένα βαπόρι με Σουλτανική διαταγή, ήρθε να μας πάρει, όλο το χωριό, για να μας μεταφέρει στην Αρτάκη και από εκεί να προχωρήσουμε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας ως «επικίνδυνοι της ασφάλειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

1916.Παιδάκι τεσσάρων χρονών, κρατώ την Μάννα μου και τον μικρότερο κατά ένα χρόνο αδελφό μου, ενώ το τρίτο αδελφάκι μου το κρατά στην αγκαλιά της η Μάνα μου, και παίρνουμε τον δρόμο της εξορίας, της πρώτης εξορίας.

Σαν όνειρο θυμάμαι εκείνες τις στιγμές. Ο φόβος, ο σπαραγμός των χωριανών μου, μεταδόθηκε και σε μένα. Κάτι κακό, το πολύ κακό, ένοιωθα πως γινότανε, Η ψυχή μου σπάραζε. ‘Ετσι μου έμεινε στη θύμησή μου επί τόσα χρόνια κείνη η ημέρα, εκείνη η σκηνή. Ομαδική έξοδος, φυγή, εξορία από το χωριό μου. Ύστερα δεν θυμάμαι. Πώς ταξίδεψα, πού πήγαμε, πού βγήκαμε, πού καθίσαμε, η παιδική μνήμη δεν συνεκράτησε. ‘Όμως θυμάμαι την Αρτάκη και την φωτιά που έπιασε και έκαψε την μισή περίπου. Θυμάμαι το σπίτι που μείναμε. Μια μεγάλη σάλα – αποθήκη, χωρισμένη με κουβέρτες σε «διαμερίσματα». Ήτανε της Κάλφαινας, έτσι λέγανε την νοικοκυρά- και την χρησιμοποιούσανε για να κάνουνε κουκούλια – μετάξι.
Στη σάλα αυτή καθότανε και οι συγγενικές μας οικογένειες, του μπάρμπα μου Χρυσόστομου Βαλασίου, του Δημήτρη Καραντάνη, και άλλες που δεν θυμάμαι. Στο κάτω πάτωμα έμενε ο παππούς μου Βασίλης με την Γιαγιά μου κα στις δύο θείες μου Ευδοκία και Ανδρομάχη.
‘Ύστερα θυμάμαι τα Ρόδα. Ένα χωριό έξω από την Αρτάκη που μας πήγε ο πατέρας μου για πιο ασφάλεια. Εκεί στα Ρόδα, πιάσανε οι Τούρκοι τον πατέρα μου και τον μαστιγώσανε, γιατί ήταν «κατσάκης» - φυγόστρατος,. Κανένας δεν ήθελε να πάει στον Τούρκικο στρατό και έτσι όλοι σχεδόν γίνανε «κατσάκηδες». Όταν τους έπιαναν οι Τούρκοι, τους μεταχειρίζονταν σαν σκλάβους - χαμάληδες γιατί τελικά είχαν τον φόβο να τους κάνουν στρατιώτες και να τους δώσουν κι όπλα.
.........................

Το 1918, με μια βάρκα, η οικογένειά μου και εγώ, χωρίς τον πατέρα μας, την βάρκα του Καραπάτα και καπετάνιο ένα αμούστακο ακόμα παλικάρι, τον Αριστόδημο Χατζή, ξεκινήσαμε από την Αρτάκη, και με λίγα ρούχα που μας απέμειναν κατά την εξορία, φύγαμε για το χωριό μας, για την Κούταλη. Το κορμί μου ριγούσε από συγκίνηση. Έτρεμα μέσα στην βάρκα, απο χαρά, που γύριζα και πάλι στο χωριό μου, στο σπίτι μας. Ο καιρός καλός, το πανί φούσκωνε και έκανε την βάρκα σαν πολεμικό πλοίο, να τρέχει και θαύμαζα τον καπετάνιο τον Αριστόδημο, στο τιμόνι. Και όταν φτάσαμε «απουκειπάν», πρώτος πετάχτηκα από την βάρκα, και έπεσα μπρούμυτα επάνω στην άμμο του χωριού μου. Έκλαιγα, όπως έκλαιγαν όλοι, που γυρίσαμε στο χωριό μας, στα σπίτια μας , ύστερα από μια πολύ πικρή και οδυνηρή εξορία.
........................................
Σιγά- σιγά γύρισαν και οι άλλοι χωριανοί – όσοι είχαν μείνει. ( Άκουσα τότε ότι πάνω από 600 άτομα πέθαναν στην εξορία από κακουχίες και αρρώστιες). Ρίχτηκαν στην δουλειά. Είχαν να ξαναφτιάξουν τα σπίτια, τις δουλειές τους, τα Σχολεία, τις Εκκλησίες του χωριού τους. Το σιασαν, το φτειαξαν κάπως. Και η ζωή άρχισε να παίρνει ένα υποφερτό ρυθμό. Τότε έπρεπε να πάω στο Σχολείο. Μα πού σχολείο; Πού Δάσκαλος; Ακόμα το χωριό δεν είχε οργανωθεί, η δημογεροντία δεν λειτουργούσε. Σ΄ ένα σπίτι, πρόχειρα, είχε δημιουργήσει η Φωτίκα Χατζή, κοπέλα ανύπαντρη τότε, σχολείο, και πήγα και γώ. Κατάχαμα καθόμαστε, άλλοι σε μαξιλάρι, άλλοι σε προβιάς, άλλοι σε υφαντά χαλάκια. Και εκεί άκουσα κ’ έμαθα τα πρώτα γράμματα, τα πρώτα φώτα. Γράμματα! Πόσο τ΄ αγάπησα, πόσο τα ήθελα, πόσο τα στερήθηκα σύντομα. Πήγα και στο Σχολείο της Κούταλης. Σύντομα και δάσκαλο έφεραν στο χωριό, και το Σχολείο με καλή επισκευή έγινε κατάλληλο. Και το Παρθεναγωγείο για τα κορίτσια ετοιμάστηκε και πήγαιναν όλα τα Κουταλιανάκια σχολείο για να μάθουν γράμματα. Καλά θυμάμαι τον δάσκαλο, Κ. Παπαγιαννίδη απο τον οποίο πολλοί πολλά μάθαμε. Ήταν και λίγο ποιητής ο αείμνηστος Παπαγιαννίδης. Έχει γράψει και ποίημα για την Κούταλη, το «Λύπη θλίψη με κατέχει, όταν φεύγω απο σέ...» Είναι ο τοπικός μας ύμνος και πολλοί Κουταλιανοί και Κουταλιανές τον ξέρουν απ΄ έξω.

Όμορφα χρόνια άρχισε να φαίνεται ότι έρχονταν. Η ζωή πήρε κανονικούς ρυθμούς, αλλά η φωτιά σιγόκαιγε. Ο χρόνος και τα γεγονότα ύφαιναν το στημόνι του δεύτερου και οριστικού διωγμού, της τελειωτικής εξορίας από τη γη μας, τον τόπο μας, το χωριό μας, τη γή και την θάλασσα των πατεράδων μας, των παππούδων μας, των προγόνων μας.
1922. Μαύρος και σκοτεινός ο πιο κακός Σεπτέμβριος για ολόκληρο τον Ελληνισμό. Η πιο μεγάλη και η πιο τραγική καταστροφή του Ελληνικού Έθνους. Και ο τραγικός ξεριζωμός ενάμιση εκατομμυρίου Ελλήνων από την πατρική τους γή. Μαζί τους και εγώ, και όλοι οι Κουταλιανοί. Με βάρκες, καΐκια και υ υπόλοιποι με ένα βαπόρι (το ΠΑΤΡΙΣ) άφηναν οριστικά τον τόπο τους, για να πάρουν τον δρόμο της εξορίας, του οριστικού ξεριζωμού. Πόσος πόνος και πόσα δάκρυα χύθηκαν ; Ευτυχώς, όχι και αίμα όπως στην τραγική Σμύρνη.

Με το καΐκι του πατέρα, η οικογένειά μου και εγώ, μαζί με άλλες συγγενικές οικογένειες, πήραμε τον δρόμο της εξορίας για την Μάννα Ελλάδα. Οι καιροί καλοσυνάτοι. ‘Άπνοες πολλές φορές, τα πανιά των καϊκιών δεν φούσκωναν. Λες και ο Θεός δεν ήθελε να φύγουμε γρήγορα από τον τόπο μας. Μέρες κάναμε να φθάσουμε στην Τένεδο. Καί ύστερα στην Λήμνο, στην Ελλάδα.
Διωγμένοι από το χωριό μας, κατατρεγμένοι από την μοίρα μας, ζητούμε γαλήνη και ζεστασιά στην ήσυχη και φιλόξενη Λήμνο. Πόνος και δάκρυα συντρόφευαν την ανάμνηση του παλιού μας χωριού. – Τέτοια ώρα κάναμε αυτό, σαν σήμερα κάναμε εκείνο.... ‘Όλο με τέτοιες αναμνήσεις περνούσαν πικρές ημέρες και νύχτες. Ώσπου ο χρόνος απάλυνε κάπως και γλύκανε τον πόνο και στέγνωσε τα δάκρυα.
............................
Μεγάλοι και μικροί, άνδρες παιδιά και γυναίκες όλοι στη δουλειά. Τα καΐκια στα ταξίδια. Τα μηχανοκάϊκα στα σφουγγάρια, στα ψάρια και τον χειμώνα στο κάρβουνο στον κόρφο του Μούδρου. Είχε πολύ κάρβουνο από τα πολεμικά βαπόρια που λιμένιαζαν εκεί στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι μικροί πουλούσαμε σύκα, πορτοκάλια, λουκούμια και άλλα, στους εγγλέζους που ήταν ακόμα εκεί με μερικά πολεμικά βαπόρια. Και ύστερ απου έφυγαν, οι μικροί τότε εμείς πήγαμε στ αλώνισμα για λίγες δραχμές, στα καπνά, στα στάχυα, στις σβουνιές – γιά καύσιμα! Οι σαρίχες ήταν το άλλο καύσιμο για μάς. Ποιός γνωρίζει και ποιος πάει σήμερα σε αυτά τα ...ορυχεία της Λήμνου; Έπρεπε να προσαρμοστούμε με την κατάσταση, με την πραγματικότητα.
Από τον χειμώνα τα καΐκια άρχιζαν να ετοιμάζονται. Ματίσμτα, μπαλώματα, καλαφάτισμα, μπογιάτισμα, όσο μπορούσαν για νάναι έτοιμοι για δουλειά, για δράση.
...................................
Τα χρόνια δεν περιμένουν. Κυλούν, περνούν, φεύγουν. Κοντεύουν 50 χρόνια απο τότε, μισός αιώνας, μια ζωή. Πόσοι Κουταλιανοί έχουν πεθάνει από τότε; Οι πιο πολλοί. Πόσοι μείναμε; Οι πιο λίγοι. Και σε λίγα χρόνια και εμείς θα φύγουμε για την άλλη πατρίδα, την κοινή πατρίδα όλων των ανθρώπων. Εκεί πώς θάναι δεν το ξέρουμε. Όμως για τούτη την πατρίδα, την Νέα και την Παλιά, πρέπει όσοι κατάγονται από αυτήν, να ξέρουν την ιστορία της. Κάποιος θα πρέπει να την γράψει – εγώ δεν φιλοδόξησα. Απλώς λίγες αναμνήσεις χάραξα.

Χρυσόστομος Βασιλείου

Αθήνα 1969

" Θυμούμαι ..... " του Κλ.Κλώνη


Ο Κλεόβουλος Κλώνης συμμετείχε ενεργά σε κάθε προσπάθεια που είχε για σκοπό την εξέλιξη της Νέας Κούταλης. Συμπαραστάτης από την πρώτη στιγμή του Πολιτιστικού Συλλόγου Παναγής ο Κουταλιανός, εκδήλωνε ποικιλοτρόπως την αγάπη του για την παλιά και την νέα πατρίδα. Φίλοι παιδικοί με τον Χρυσόστομο Βασιλείου συναντιόντουσαν κάθε εβδομάδα στην ποτοποιία Sante στην οδό Χαλκοκονδύλη για να μιλήσουν για τα παλιά και να καταστρώσουν σχέδια με ποιους τρόπους θα βοηθήσουν την καινούρια τους πατρίδα. Το 1968 ο Χρυσόστομος Βασιλείου ξεκίνησε μια προσπάθεια καταγραφής αναμνήσεων από τους Κουταλιανούς. Σε εκείνο το χειρόγραφο βιβλίο, ο Κλεόβουλος Κλώνης είχε γράψει :


Ο Άνθρωπος θαρείς και είναι δεμένος με τη Γής όπου γεννήθηκε – σαν ένα δέντρο στο χώμα όπου ρίζωσε. Εκεί που πρωτάνοιξαν τα μάτια του στο φώς – κρατεί τις πρωτόφαντες εντυπώσεις του για όλα τα πράμματα – γιά όλα τα συναισθήματα – αυτά που θα τον κυριαρχήσουν σε όλη του την Ζωή. Έτσι του μένει πάντα προσφιλής η πατρίδα του, όποια κι άν είναι : γιατί εκεί έζησε παιδί.

Και αυτά που θα χαράξω στο τεφτέρι του Χρυσόστομου Βασιλείου, εδώ, θα είναι ανάκατα και αφελή, αφού απο την Κούταλη έφυγα μικρό αγόρι – και βάσταζα πάντα σαν καθαγιασμένες τις μνημοσύνες μου – και βάσταζα μέσα την θαμπή εικόνα : ένα νησάκι από όπου ξεκίνησα.....

Θυμούμαι....

Τον καταγυαλό της – όπου μύριζεν η πίσσα και το σκοινί – με τα τραβηγμέ-α καϊκια να τα καλαφατίζουν και να τα παλαμίζουν - - με την ψαρίλα του ψαριού που πάστωνανα στα βαρέλια, στα μαγαζιά. Στα τραβηγμένα σκαριά παίξαμε παιδιά, και με το μυαλό μας πρωτοταξιδέψαμε στα μακρυά με τα δεμένα καϊκια.

Στο γυαλό ρίξαμε τις ξύλινες καράβες μα – μούτσοι και καπεταναίαι, και πόσες φορές δεν χάσαμε το σχολείο γι αυτή μας την θαλασινή χαρά.
Εκεί στο γυαλό πρωτοτραβήκξαμε κουπί – και βολτάραμε στην σκοτεινιά της νύχτας όταν με το χέρι μας βουτηγμένο στη θάλασσα αφήναμε πίσω μας ένα διμαντένιο γαλαξία – να φωσφορίζει καθώς τραβούσε το σκαρί.
Στο γυαλό πρωταντικρύσαμε την αγριεμένη θάλασσα – με τ αφρισμένα της κύματα – όπου τα λατίνιακαι τα μπάρκα σήκωναν στον αγέρα τα πανιά.
. . . . . . . . . . . .

Το πατρικό μας σπίτι ήταν πίσω απο την Φανερωμένη – ένα ψηλό σπίτι αερικό – κάτω ήταν τα δώματα και τα κελάρια, κι απάνω η καλές η κάμαρες. Στ αυτιά μου χτυπάει ένα βαρυόηχο ρολόϊ - και φαντάζει μια πολύφωτη λάμπα πούχε φέρει ο πατέρας μου - ο καπετάν Σωκράτης Κλώνης – από την ξενητειά. Ένας διάδρομος πλατύς έβγαζε σ ένα χαγιάτι σκεπασμένο με μια κληματαριά, - και κει θυμούμαι η μάνα μου – η Ιουλία του Ορφανίδη του δασκάλου – άπλωνε στο τέλος του καλοκαιριού την μουσταλευριά. Στο μυαλό μου φέρνω τον τρύγο.- Το τί χαρά για τα παιδιά – όταν τ άλογα που ερχόντουσαν απο την Αφισιά κουβαλούσαν μέσα στις βούτες το σταφύλι των αμπελιών, φορτωμένα κουδούνια και χαϊμαλιά – που γίνονταν αγαπημένο μας παιχνίδι όταν πλάθαμε απο λασπόχωμα τ αλογάκια με τις βούτες τουε, όπως τα βλέπαμε στον τρυγητό.

Κάτω απο την Φανερωμένη ήταν ο μεγάλος καφενές, η «Πέγκια» όπως την λέγανε – και τον μαγαζάτορα τον «Δαίμονα» - που μας κυνηγούσε μ ένα ραβδί, όταν σκαρφαλώναμε πάνω στις τζιτζιφιές του για να γευτούμε τον στεγνό-στυφό καρπό τους.
Δίπλα στο σπίτι μας ακουμπούσε ένα άλλο μαγαζί – το «Πόρτ Αθούρ» - όπου γενόντουσαν γλέντια αντρικά και καιμιά φορά γαυγαδίζανε τα αψιά παληκαράκια- και πιο πέρα θυμούμαι το μαγαζί του Μούτσου – αυτός ήταν φίλος του πατέρα μου και είχε πάντα δεμένο τόνα του χέρι – κομμένο στον καρπό απο τρομπόνι που έριξε το Πάσχα. Αυτό το έθιμο να παραβγαίνουν οι άντρες ποιός να ρίξει το δυνατώτερο τρομπόνι το θυμούμαι ως τα χρόνια μου, όταν χαλούσε ο κόσμος στη μέρα της Δεύτερης Ανάστασης. Κι η γιορτές... με την μυρωδιά των χρυσωμένων ( των φαραγγομένων) πορτοκαλιών, με τά τοπικά μας τραγούδια – Και τα πανηγύρια όπου χόρευαν οι νέες και τα παληκάρια – με την μοσχοβολιά των φαγητών – και των γλυκών – και του «πελτέ» - του τοπικού φτωχόγλυκου του σκεπασμένου με τα καρύδια. Μια φορά η μάνα μου μ’ έστειλε σε μια γειτόνισα νά πάω μιαν καλήν είδηση – ο πατέρας μου της έγραψε πως είχε φτάσει στην Πόλη ένας Αμερικάνος Κουταλιανός ύστερα απο χρόνια ξενητεμού – αρραβωνισμένος – που ερχόταν να παντρευθεί. Και μέστειλαν πίσω με μιά πιατέλα «πελτέ» σκεπα-σμένο στο καρύδι – που δεν μπορούσα να την σηκώσω ............

Περιδιαβαίνω θαρείς μές στα σοκάκια της Κούταλης. Περνώ απ τα στενά όπου μύριζε η σούμα του ρακιού και τραβώ για το σκολειό μας – που ήταν κάτω απο την εκκλησιά της Κοίμησης της Θεοτόκου. Στημένο απάνω στο βρατοπο – εκεί ‘οπου των Φώτων ρίχναν στην θάλασσα τον Σταυρό – για να τον γυρίζουν ύστερα στο χωριό τα παληκάρια που τον πήραν απ τα κύματα – ψέλνοντας τα γιορτινά τροπάρια.

Δίπλα στην εκκλησιά σιωπηλές παράστεκαν ταφόπετρες όπου παληά θα ήταν θαμμένοι κληρικοί. Τραβώ στα σπίτια τ ακρηνά – και τραβώ ώς τιου «παλαβού» - όπου απο πάνω πρασίνιζαν τ’ αμπέλια . Περνώ τον δρόμο τ Αϊ Γιωργιού – για το νερό του ξερονησιού μας – από όπου κουβαλούσαν στις στάμνες το νερό πού τρεχε απο την πάνω και την κάτω βρύση. ‘Αντίκρυ, καταμεσής το πέλαγο ο ξερόβραχος της «Αγιάνησος» - όπου ακούγεται πως καβαλάρης πέταξε ο Άϊ Γιώργης, κι απάνω στα γκρίζα βράχια μας δείχνανε του αλόγου τα πέταλα τυπωμένα !

...... Έρχομαι πίσω κατά την Αγία Παρασκευή – και περνώ απο το νεκροτα-φείο του νησιού μας όπου κοιμόντουσαν τον αιώνιο ύπνο οι παπούδες μας . . . οι πρόγονοί μας . . . . Ύστερα πάω με το μυαλό μου στο δρόμο του γυαλού για τα «Σαράγια» - Θα ήταν παληά αρχοντικά σπίτια πολυόροφα, όπου στους μπαξέδες μπροστά μοσχοβολούσαν τα φτωχολούλουδα...


Εκεί, σ ένα άλλο μαγαζί, το «Λούξ» - θυμούμαι τα γλέντια και τους γιορτα-σμούς – εκεί πρωτακούστηκε στην Κούταλη η Λατέρνα πρωτόφερτη.- Τα γλέντια τ αντρικά – όπου συνάζονταν μόνο παληκάρια – να φάνε και να πιούν – να τραγουδήσουν να χορέψουν, και καμιά φορά να καυγαδίσουν και να τα σπάσουν γλεντώντας. . . . . . . . . .

Της ψυχής μου ελπίδα, να βρισκόμουνα μια φορά ξανά στην Κούταλη - την ρημαγμένη πιά και χαλασμένη – να περπατήσω ξένος και περαστικός - στον κύκλο της Ζωής μου - όνειρο.

Την Κούταλη – που έκανε στίχον αφελή ο Δάσκαλος :
« Η Κούταλη μικρό νησί – μά έχει χάρη περισή....»


ΚΛ.ΚΛΩΝΗΣ
Αθήνα 14-10-68




Κλεόβουλος Κλώνης - ένας ακόμη Κουταλιανός


Γεννήθηκε στην Κούταλη της Προποντίδος το 1907. Ζωγράφος και σκηνογράφος. Μεγάλωσε στον Πειραιά, τελείωσε εκεί το Γυμνάσιο και γράφτηκε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά την διάρκεια των σπουδών του δημοσίευσε θαυμάσια σκίτσα σε εφημερίδες και περιοδικά. Στο δημοσιογραφικό χώρο έκανε την γνωριμία του Σπύρου Μελά ο οποίος πρώτος τον ενθάρρυνε να ασχοληθεί με την σκηνογραφία όταν ίδρυσε το 1926 μαζί με την Μαρίκα Κοτοπούλη την «Ελεύθερη Σκηνή».

Το 1930 ο Κλώνης, επιτυχημένος πλέον σκηνογράφος, ήταν ο πρώτος που προσλήφθηκε στο «Εθνικό Θέατρο» για να το επισκευάσει και να το παραδώσει στον θίασο πρός χρήση.

Απο την πρώτη παράσταση του θεάτρου αυτού (1932) και ως την συνταξιοδότησή του (1963) ο Κλώνης σχεδίασε και κατασκεύσε πάνω απο 1.000 σκηνικά

Από το 1932 ως το 1951 υπήρξε αποκλειστικός και από το 1961 πρώτος σκηνογράφος του Εθνικού Θεάτρου, ενώ παράλληλα από το 1935 και ως την έξοδό του απο την ενεργό δράση διευθυντής των τεχνικών υπηρεσιών και εργαστηρίων του Ιδρύματος.

Ο Κλώνης σκηνογράφησε έργα όλων των εποχών, όλων των στυλ και όλων των θεατρικών ειδών, από την αρχαία ελληνική τραγωδία ως τον Ζιρωντού. Τα σκηνικά του είχαν αρχιτεκτονική δόμηση και πλαστική αντίληψη. Ο Κλώνης έκτισε κυριολεκτικά τα σκηνικά του χωρίς αυτό να σημαίνει πως κατέφυγε στο νατουραλισμό, μολονότι ο νατουραλισμός με το σκηνικό που σχεδίασε (1933) για το Φυντανάκι του Παντελή Χόρν θριάμβευσε κατά τρόπον ανεπανάληπτο για την Ελλάδα.

Ο Κλώνης είναι ο πρώτος σκηνογράφος στον κόσμο που ανέλαβε να λύσει τα σκηνογραφικά προβλήματα της αναβίωσης του αρχαίου δράματος σε αρχαία υπαίθρια θέατρα και σε αυτόν τον τομέα θα μείνουν ανεπανάληπτες οι λύσεις του στην Ηλέκτρα (1938) στους Πέρσες (1939) στη Ορέστεια (σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη) και τον Ιππόλυτο (σκηνοθεσία Ροντήρη) στην Επίδαυρο και στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.

Ο Κλώνης εκτός απο ευαίσθητος σκηνογράφος υπήρξε και άκρως ενημερωμένος τεχνικός του θεάτρου. Στα 60 χρόνια της δημιουργικής εργασίας του ανακαίνισε πολλές φορές τον εξοπλισμό σκηνής και τα εργαστήρια του Εθνικού Θεάτρου, ώστε να ανταποκρίνονται σ όλες τις απαιτήσεις των συγχρόνων σκηνοθεσιών και των προχωρημένων αισθητικών σχολών.

Ο Κλεόβουλος Κλώνης απεβίωσε στις 2 Δεκεμβρίου του 1988 και κηδεύτηκε στο Α΄Νεκροταφείο της Αθήνας.
Κ. ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ


Μακέτα για ένα μνημείο του Παναγή του Κουταλιανού, όπως του ζήτησαν οι Κουταλιανοί της Νέας Κούταλης.





Τοιχογραφία του Κ.Κλώνη στο Εργοστάσιο-Γραφεία των Μπισκότων Παυλίδη. 

 


Η ιδιαίτερη τοιχογραφία με την χρυσή λάμψη κατασκευάστηκε το 1950 από τον ζωγράφο και σκηνογράφο της κρατικής σκηνής, Κλεόβουλο Κλώνη, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση με την οικογένεια και την εταιρεία Παυλίδη. Πολλές φορές έδινε ιδέες, έκανε μακέτες, έφτιαχνε κουτιά για σοκολατάκια. Δικό του είναι και το γνωστό κουτί με την βικτωριανή άμαξα, δική του και η πασίγνωστη γλυκιά «Τζοκόντα». Η σύνθεσή της έχει έντονη την ανάμνηση της Αρ Ντεκό. Η ιδέα της πυκνής βλάστησης, της ποικιλίας των φυτών και των πολλών πράσινων τόνων, προέρχεται ίσως από τις «βεντίρ», τις περίφημες ταπισερί που είχαν ως θέμα τις φυλλωσιές και σκοπό να μεταφέρουν την δροσιά του πράσινου στους εσωτερικούς χώρους του κτιρίου. Ανάμεσα στις πρασινάδες πρατηρεί κανείς παραδείσια πουλιά, φίδια και 4 ημίγυμνες νέγρες που ασχολούνται με τη συγκομιδή του καρπού του κακάο.

  
Μακέτα για την παράσταση Η θυσία του Αβραάμ στο Εθνικό


Η καταστροφή του Μπούμπα


 Στα 1987 ο Κωνσταντίνος Ψάρρας τύπωσε το βιβλίο Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΤΑΛΗΣ που περιέχει έναν μεγάλο πλούτο από τις αναμνήσεις και τις διηγήσεις των παλιών Κουταλιανών. Πηγές ζωντανές στο γράψιμο αυτού του βιβλίου, στάθηκαν, όπως ο ίδιος αναφέρει στην εισαγωγή του, τόσο ο παππούς του Γεώργιος Ψάρρας που γεννήθηκε στην Παληά Κούταλη το 1850 και πέθανε τον Αύγουστο του 1955 στη Νέα Κούταλη σε ηλικία 105 χρόνων, καθώς και οι παλιοί Κουταλιανοί όπως ο Ιωάννης Παπαδόπουλος του Κοσμά, ο Σωκράτης Μιχαήλ Πανταζόγλου, ο Μηνάς Ράλλης που του διηγήθηκε τον διωγμό του 1914, ο Αργυράκης Χριστοδούλου και άλλοι.

Από το βιβλίο αυτό είναι παρμένα τα κομμάτια που αφορούν στο ναυάγιο του Μπούμπα, την μεγάλη καταστροφή της Κουταλιανής ναυτιλίας τον Μάρτιο του 1817, στις νησίδες Κυντριά του Βοσπόρου.

................................


Κατά την διάρκεια του Αγγλοϊσπανικού πολέμου, πολλά Ελληνικά καράβια έσπαγαν τον αποκλεισμό για να τροφοδοτήσουν την Ισπανία με σιτηρά και με άλλα υλικά και πολεμοφόδια. Ήταν φυσικό τόσο η Ιταλία όσο και η Γαλλία να μην θέλουν τον Αγγλικό στόλο να αλωνίζει στην Μεσόγειο, και έτσι δεν εμπόδιζαν όποιο καράβι πήγαινε εφόδια στους Ισπανούς. Ανάμεσά σε αυτά τα καράβια ήταν και όλα τα Κουταλιανά ποντοπόρα.

Οι μεταφορές αυτές ώθησαν τους Κουταλιανούς να ναυπηγούν «μεγάλα σκάφη στα σύγχρονα ναυπηγεία της εποχής στην Γένοβα και στην Βενετία. Με την λήξη του πολέμου η Κούταλη βρέθηκε με 40 ποντοπόρα πλοία ... και όπως έβλεπαν η Κούταλη μέσα σε λίγα χρόνια θα ξεπερνούσε σε τονάζ και την Ύδρα - την μικρή Αγγλία όπως την ονόμαζαν τότε – τα Ψαρά καθώς και την Κάσο»

Αλλά η μοίρα η σκληρή στάθηκε εμπόδιο και έφερε την μεγάλη καταστροφή στο νησάκι αυτό της προόδου. Ήταν Μάρτιος του 1817 που οι Κουταλιανοί εφοπλιστές ξεκίνησαν με τα πληρώματά τους με ένα καράβι, το περιβόητο του Μπούμπα, για να πάνε στην Κωνσταντινούπολη να επανδρώσουν τα καράβια τους, γιατί εκεί τα αγκυροβολούσαν από τον Νοέμβριο μέχρι τον Μάρτιο, λόγω που η Κούταλη δεν προσέφερε ασφαλή λιμένα για τόσο μεγάλα πλοία.

Όπως είναι γνωστό πριν την αναχώρηση γίνονταν τα καθιερωμένα, αγιασμός και λιτανεία και μετά γλέντι τρικούβερτο, όπως έλεγαν και τότε και τώρα οι ναυτικοί, θυμίζοντας καράβι με τρεις κουβέρτες (πατώματα) μεγάλο δηλαδή. Αφού γλέντησαν μέχρι πρωίας στις 4 του μήνα ξεκίνησαν με το καράβι του Μπούμπα για την Κωνσταντινούπολη.

Ο καιρός ήταν ευνοϊκός, σιγανός νοτιάς. Το καράβι άνοιξε όλα τα πανιά των τριών καταρτιών και ξεκίνησε. Ο κόσμος στην παραλία χαιρετούσε και ευχόταν καλό κατευόδιο. Από το καράβι ακούγονταν το καλή αντάμωση. Η μοίρα όμως ήταν ενάντια των ευχών.

Είχαν περάσει πέντε ώρες από την ώρα του ξεκινήματος και ένας άγριος χιονιάς ξέσπασε – τόσο δυνατός ήταν ώστε η θύελλα κατέστρεψε ακόμα και σπίτια αρπάζοντας τις σκεπές και παράθυρα. Ο κόσμος κατάλαβε ότι το καράβι δεν θάχε καλή τύχη. Δεν άργησε όμως να έλθει το μαντάτο. Στις 5 του Μάρτη παρουσιάστηκε ο σκύλος του καραβιού μισοπεθαμένος ουρλιάζοντας θλιβερά. Το καράβι είχε καταστραφεί στις νησίδες Κυντριά και 40 πλοίαρχοι και άλλοι τόσοι εφοπλιστές καθώς και πληρώματα δεν γλίτωσε ούτε ένας – εκτός από τον σκύλο».

Διακόσια άτομα πνίγηκαν σε εκείνο τα ναυάγιο, αριθμός που διασώθηκε από την προφορική παράδοση αλλά και από ένα ποίημα της Αγλαϊας Χρυσούλια που περιγράφει εκείνη την καταστροφή με τον δικό της τρόπο. Και αυτός ο αριθμός των διακοσίων ατόμων σε ένα πλοίο μάς δείχνει ποιό ήταν το μέγεθος των καραβιών της Κούταλης αλλά και το μέγεθος της καταστροφής.

Στην Κούταλη εκείνοι που απέμειναν ήταν σχεδόν μόνον οι γυναίκες οι γέροι και τα παιδιά, σε μία κοινωνία που αριθμούσε τότε 1.980 άτομα. Του «ενός κακού μύρια έπονται» επαληθεύτηκε για μια ακόμη φορά αφού εκτός από τον χαμό των ανθρώπων ακολούθησε και ο χαμός όλων των καραβιών αλλά και το σφράγισμα όλων των σιταποθηκών του νησιού, όπως θα δούμε στην συνέχεια.

«Τα καράβια έμεναν αγκυροβολημένα στο Κεράτιο κόλπο της Κωνσταντινούπολης. Διάφοροι ανθρωπόμορφοι κόρακες, εφοπλιστές Γενοβέζοι και Λεβαντίνοι από την Σμύρνη, άρχισαν τις διαπραγματεύσεις να αγοράσουν τα καράβια, όσα χρήματα ήθελαν να πληρώσουν αυτοί. Όσοι θα αρνούνταν την πώληση θα είχαν να κάνουν με τις Τουρκικές αρχές. Οι κόρακες συμβούλεψαν του Τούρκους βέβαια, με το αζημίωτο, να παρακινήσουν τους κληρονόμους να πουλήσουν τα σκάφη γιατί παρεμποδίζουν τα αγκυροβόλια του κόλπου και τα κρηπιδώματα. Στο άκουσμα αυτών των διαπραγματεύσεων οι κληρονόμοι σκέφτηκαν να πάρουν τα καράβια τους και να τα πάνε Κούταλη – Αλώνη μιας που ερχόταν καλοκαίρι και θα μπορούσαν να μείνουν στα δύο νησιά μέχρι Σεπτέμβρη που φυσούν μόνον μελτέμια και έτσι θα ήταν ασφαλισμένα.»

Κουταλιανής καταγωγής ήταν ο Μέγας Διερμηνέας Αντώνης Λάσκαρης που μετέφραζε τις συζητήσεις των Λεβαντίνων με τους Τούρκους και τους κληρονόμους. Ειδοποίησε κρυφά τους τελευταίους να βρουν έμπειρα πληρώματα προκειμένου να δώσουν οι Τούρκοι άδεια για την μετακίνηση ων καραβιών. Επειδή πολλοί Κουταλιανοί προήρχοντο από Υδραίικες οικογένειες μια επιτροπή από τους κληρονόμους κατέβηκε στην Ύδρα και ζήτησε βοήθεια. Η οικογένεια Φαμελιάρη και ο Λάζαρος Κουντουριώτης πρωτοστάτησαν ώστε να δοθεί ουσιαστική βοήθεια στέλνοντας 12 πλοιάρχους για να πάρουν τα Κουταλιανά καράβια από τον Κεράτιο. Υπολόγιζαν φυσικά πως αυτά τα καινούρια σκάφη θα βοηθούσαν τον Αγώνα που ήδη γεννιόταν.

Το σχέδιο προδόθηκε από έναν αρβανίτη, στους Τούρκους του Ναυπλίου, και έτσι όταν αναχώρησε από την Ύδρα το πλοίο με τους δώδεκα πλοιάρχους γαι την Κωνσταντινούπολη, ένα μπρίκι με τον Καπουδάν Πασά, κρυμμένο στα Τσελεβίνια, τα μικρά νησάκια του Πόρου, συνέλαβε τους καπεταναίους και κατέσχεσε το πλοίο. Στην Κωνσταντινούπολη οι Τούρκοι κρέμασαν όσους Κουταλιανούς είχαν στα χέρια τους γιατί δεν δέχτηκαν τις προτάσεις των λεβαντίνων και τελικά οι «λιμενικές αρχές» πούλησαν στους Ιταλούς τα πλοία.

Ταυτόχρονα σφραγίστηκαν όλες οι σιταποθήκες στη Κούταλη και ο κόσμος άρχισε να λιμοκτονεί. Με την παρέμβαση των Κουταλιανών της Οδησσού, η Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία κατόρθωσε να βοηθήσει αποτελεσματικά τους Κουταλιανούς, και τελικά οι Τούρκοι παρέδωσαν τις σιταποθήκες στους κληρονόμους. Το σιτάρι αυτό πουλήθηκε ακριβά εντός και εκτός Προποντίδος και έδωσε την δυνατότητα στους Κουταλιανούς να ναυπηγήσουν πάλι ιστιοφόρα.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Η Κούταλη όπως την είδε ο Μ.Γεδεών το 1892


ΜΙΑ  ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΑΛΑΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ 


Από τις μέχρι σήμερα έρευνες, η μοναδική έγγραφη παλαιά και λεπτομερής μαρτυρία για την Κούταλη, αποτελεί το βιβλίο του λογίου και βυζαντινολόγου Μανουήλ Ιω. Γεδεών (1) μέ τίτλο «ΠΡΟΙΚΟΝΝΗΣΟΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΙΚΙΑ – ΝΑΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΙ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ». Τυπωμένο στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης το 1895 απο τον εκδοτικό οίκο OTTO KEIL περιλαμβάνει πλήθος ιστορικών και αρχαιολογικών στοιχείων για τα νησιά πουα αποτελεούσαν την εκκλησιαστική παροικία της προκονήσου, για τα οποία ο ίδιος έλαβε γνώση, βλέποντας και καταγράφοντάς τα, αλλά και σχολιάζοντας τις προφορικές διηγήσεις ή μαρτυρίες. Η λεπτομερής αναφορά και καταγραφή παλαιότερων στοιχείων προσιτών ή πρόσφατων σχετικά με τον συγγραφέα, αποτελεί μια πλούσια πηγή πληροφοριών με μεγάλη αξία για τον ερευνητή αλλά και γιά όλους όσους έχουν ενδιαφέρον για την περιοχή και ειδικά για αυτό το νησί.

Απο την Αφουσία ( Αφισιά ) ό Μανουήλ Γεδεών, φθάνει στην Κούταλη με μιά βάρκα στις 4 Αυγούστου «τρίτην της εβδομάδος» του 1892. Πλησιάζει με προσδοκία γιατί όπως επί λέξει αναφέρει «Την νήσον ταύτην επόθουν απο νεότητος όπως άπαξ επισκέψωμαι, διότι παιδιόθεν ήκουον ότι προ πολλών χρόνων και επί διάστημα χρόνου μακρότατον ήκμαζε το εμπορικόν αυτής ναυτικόν, περιορισθέν και σχεδόν αφαντωθέν εφ όσον ανεπτύσσετο η δια ατμοπλοίων μετα της Κωνσταντινουπόλεως και των πέριξ ακτών επικοινωνία των Κουταληνών». Η προσοδκία του όμως έγκειτο και σε ένα άλλο γεγονός όπως αποκαλύπτει στην συνέχεια. Ακούγοντας απο τα παιδικά του χρόνια τα ονόματα των Βλαστών και των Ζαχάρωφ, που επλούτισαν απο το εμπόριο και την ναυτιλία και είχαν καταγωγή την Κούταλη, πίστευε ότι «τοσαύται επιφανείς οικογένειαι ήθελον διαφυλάττει παρ εαυταίς έγγραφον τι μνημείον του παρελθόντος της νήσου ταύτης, αρκετόν όπως συμπληρωθώσι σελίδες τινές εκ της ιστορίας ή ταύτης ή των περιοίκων νήσων».

Όμως απογοητεύθηκε, γιατί τα αποτελέσματα των ερευνών του για έγγραφα μνημεία της ιστορίας του νησιού ήταν πενιχρά ή για να ακριβολογούμε, ανύπαρκτα. Θα διασωθούν όμως όλα αυτά που μπόρεσε να δει στις διάφορες εκκλησίες που επισκέφθηκε και τα οποία θα καταγράψει με λεπτομέρειες.

Πλησιάζοντας την Κούταλη απο την Αφισιά, εντυπωσιάστηκε απο την θελκτική θέα του νησιού με τα λευκοβαμμένα σπίτια – συνήθεια που μάλλον θα ήταν σπάνια στην περιοχή. (Τούτη την συνήθεια των λευκοβαμμένων σπιτιών, μετέφεραν οι Κουταλιανοί και στην Νέα πατρίδα στην Λήμνο. Για πολλά χρόνια η Νέα Κούταλη ήταν το πιο λευκοβαμμένο χωριό της Λήμνου στην οποία επικρατεί κυρίως η πέτρινη χωρίς εξωτερικούς σοβάδες οικοδομή, με τον ιδιόμορφο σκουρόχρωμο Λημνιακό γρανίτη ή την κιτρινωπή και πιό εύθραυστη ντόπια πέτρα. Μαζί με την Νέα Κούταλη καί ένα άλλο χωριό, ο Άγιος Δημήτριος, τα παλιά Λέρα, λευκοβαμμένο και τούτο μιας και οι δικοί του κάτοικοι ήταν και αυτοί πρόσφυγες ).

Θα του κάνει επίσης εντύπωση το χαριτωμένο μικρό βουνό με το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία.

Ο Μανουήλ Γεδέων με λύπη του θα καταγράψει ότι «ουδεμία μαρτυρία φωτίζει τον ποθούντα να μάθη μίαν έστω σελίδα της μακράς ιστορίας της νήσου Κουτάλεως, διότι βεβαίως είχεν – έχει δήλον ούν – ιστορίαν, ης σιωπηλοί μάρτυρες ουδέν αφηγούμενοι θετικόν, εισίν οι κατεστραμμένοι κίονες και οι πλίνθοι, ως είπον ανωτέρω, και αγγεία τινά παλιοότατα εξαχθέντα εκ του βάθους της θαλάσσης προ της νήσου ταύτης» Και συνεχίζοντας « αλλά ο περι Κουτάλεως ζητών παλαιόν έγγραφον μαρτυρίαν αέρα διώκει ».

Σε μερικούς κατοίκους βρίσκεται εκείνη την εποχή κάποιο χαρτί – εγκύκλιος του Πατριάρχη Άνθιμου του ς’ του Κουταληνού (2) επιστολιμαία είδησις όπως την αναφέρει. Με αυτήν ο Πατριάρχης τους πληροφορεί ότι όπως είχε ακούσει από την παράδοση, στα μέσα του 1300 ο Βαλδουϊνος κατέστρεψε ένα μεγάλο μοναστήρι που υπήρχε στο νησί με πλήθος αναρίθμητο μοναχών, και μετά την καταστροφή κατοίκησαν το νησί μερικές οικογένειες. Ο Γεδεών αμφισβητεί – με εξαιρετικά σκληρά λόγια - την αλήθεια του περιεχομένου αυτού του γράμματος, και η έρευνα ίσως τον δικαιώνει ως προς την ακρίβεια της πληροφορίας αυτής. Το πιο πιθανόν είναι αυτό που καταστράφηκε εκείνη την εποχή να ήταν μια Καταλανική βάση και όχι ένα πολυπληθές μοναστήρι.

Ο Γεδεών αναφέρει ότι κατά καιρούς οι κάτοικοι εύρισκαν κομμάτια από αρχαίους πλίνθους αλλά και ο ίδιος είδε κομμάτια από μαρμάρινους κίονες όπως και νομίσματα των πρώτων Χριστιανών Αυτοκρατόρων και του Ιουστινιανού και του Ιουστίνου και του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αναμφισβήτητα το νησί πρέπει να κατοικείτο από τους αρχαίους χρόνους όπως μαρτυρούν τα παλαιά θεμέλια αρχαίου ναού πάνω στον οποίο χτίστηκε η εκκλησία Ρόδον το Αμάραντον.

ΟΙ ΝΑΟΙ ΤΗΣ ΚΟΥΤΑΛΗΣ ΤΟ 1892
Ο καθεδρικός ναός της κοινότητος, η Κοίμησις της Θεοτόκου, είναι η πρώτη του επίσκεψη. Εκεί ο Γεδεών θα αντικρύσει στο τέμπλο την αρχαία εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην οποία διαβάζει την επιγραφή « Δέησις του δούλου του θεού Φιλαρέτου ιερομονάχου και των γονέων. Έν έτει απο Χριστού 1694» Λίγα χρόνια πρίν απο την επίσκεψη του Γεδεών, επάνω και κάτω απο την εικόνα έχει προστεθεί με χρυσά κεφαλαία γράμματα η εξής επιγραφή :

« Οι την ελπίδα έχοντες δια παντός του βίου,
εις την αγνήν και πάνσεπτον Μητέρα του Κυρίου,
και οι επικαλούμενοι αυτήν απο καρδίας,
λυτρούνται εκ των συμφορών και πάσης επηρείας,
πρός ούς εκτείνει με στοργήν την ευεργέτιν χείρα,
και σώζει απο του βυθού του πόντου τον πλωτήρα.
Νυκτοπλανής, ποντοπορών εν ταραχή χειμώνος,
ο ευσεβής Νικόλαος του Ιωάννου γόνος,
ως εις λιμένα ασφαλή των εν κινδύνοις όντων,
εστράφει προς την Δέσποιναν, προστάτην των πασχόντων.
Απαλλαγείς δε του δεινού κινδύνου εξαισίως,
ως λάτρης αληθής Χριστού κ ευγνώμων αιωνίως
προς την μητέρα του θεού, και ζήλον θείον πνέων,
το λάμπον τούτον τέμενος με άνθος χρυσού νέον,
επιχρυσώνει δι αδρών αυτού αναλωμάτων
ον σώζε, ώ Παντάνασσα, πηγή των χαρισμάτων »

Ο Νικόλαος, γιός του Ιωάννου, σώθηκε απο φουρτούνα και έταξε στην Παναγία Δέσποινα να την χρυσώσει μόλις γυρίσει ασφαλής στην Κούταλη. Ξεπλήρωσε το τάμα του, γαιτί όπως αναφέρεται χρύσωσε και διακόσμησε την εκκλησία έτσι ώστε να προκαλεί τον θαυμασμό κάθε επισκέπτη. Ο εντυπωσιασμός του συγγραφέα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, γιατί πρόκειται για ειδικό περί τα εκκλησιαστικά – τις εκκλησίες, τα μοναστήρια και τις εικόνες.

Στην ίδια εκκλησία υπήρχαν δύο εικόνες η μία του Σωτήρος και η άλλη της Θεομήτορος έργα του ΙΕ αιώνα. Η παράδοση έλεγε ότι οι εικόνες είχαν έρθει απο την Κρήτη και ο Γεδεών πιστοποιεί ότι είναι έργα Κρητών αγιογράφων. Μιά ακόμη εικόνα, την Παναγιά που θρηνεί, την τοποθετεί στον ΙΖ αιώνα, και όχι παλαιότερα όπως θέλουν να πιστεύουν οι κάτοικοι.

Ο Ναός του Αγίου Νικολάου είναι η επόμενη επίσκεψίς του. Εκεί θα δεί και θα σημειώσει τα δύο ιστορικά μνημεία που έχουν περισωθεί εκείνη την εποχή. Ένα ιερό αντιμίνσιο που γράφει το όνομα του αρχιερέως που το καθιέρωσε και που σε εντίθεση με όλα τα αντιμίνσια της περιοχής που φέρουν σχεδόν όλα το όνομα του αρχιεπισκόπου Αβραμίου των Ιεροσολύμων, το αντιμίνσιο του Αγίου Νικολάου έγραφε στις τέσσερις πλευρές – όπως συνηθίζεται- τα εξής:

«Θυσιαστήριον θείον και ιερόν, αγιασθέν και ευλογηθέν υπό της Χάριτος του Παναγίου και Ζωαρχικού Πνεύματος, του έχειν εξουσίαν ιερουργείν δι αυτού εν παντί τόπω της δεσποτείας Χριστού του Θεού ημών, εγκαινιασθέν δε παρά του πανιερωτάτου αρχιεπισκόπου Προκοννήσου κυρίου κυρίου Θεοκλήτου. Έτος το σωτήριον 1729 Φεβρουαρίου 11»

Το αντιμίνσιο αυτό, έλυσε ένα μυστήριο που υπήρχε μέχρι τότε στον κώδικα της αρχιεπισκοπής Προκοννήσου. Επειδή η υπογραφή του αρχιεπισκόπου Θεοκλήτου σε όλα τα έγγραφα εκείνης της εποχής (170015-1735) ήταν δυσανάγνωστη, δεν είχε καταγραφεί το όνομά του. Η ανακάλυψη αυτή του αντιμινσίου απο τον Γεδεών το 1829, συμπληρώνει το κενό του κώδικα.

Το δεύτερο ιστορικό μνημείο που ανακαλύπτει στον Άγιο Νικόλαο είναι ένα Ευαγγέλιο του 1745. Καταγράφει λεπτομερώς την πρώτη σελίδα και ανακαλύπτει πίσω απο αυτήν αφιέρωση γραμμένη από τον Καισάριο Δαπόντε (2) , πολυγραφότατου λογίου. Ας την διαβάσουμε όπως ακριβώς μας την μετέφερε ο Μανουήλ Γεδεών :

« Το θείον τούτο και ιερόν Ευαγγέλιον αφιερώθη εν τη εκκλησία της φυλακής της Κωνσταντινουπόλεως παρ εμού του ταπεινού \ Κωνσταντίνου Στεφάνου Δαπόντε, αναγνώστου, μεγάλου Εκκλησιάρχου του αγιωτάτου και πατριαρχικού θρόνου των Ιεροσολύμων και \ μεγάλου Καμινάρη της Εκλαμπροτάτης Αυθεντίας Μολδοβλαχίας, του εκ της νήσου Σκοπέλων, όπου ήλθα εις φυλακήν \ εν έτει , αψμη΄ Ιουνίου β΄ ημέρα Πέμπτη : αφού έκαμα φυλακισμένος εις του μουγζούραγα την φυλακήν απο του αψμζ΄ έτους \ μαρτίου κζ΄ ημέρας παρασκευής, δια πενήντα πουγγία άσπρα, όπου με αδίκησαν ό τε Ιωάννης και Παναγιώτης μωραϊται \ και Γιαννιός Ισπίρης κρητικός. Τους οποίους εξ όλης μου της ψυχής και καρδίας συγχωρώ και εν τω νύν αιώνι και εν το μέλλοντι και \ παρακακλώ σε τον Φιλάνθρωπον Θεόν ο ανάξιος λέγων Κύριε μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην ».
Ο τρίτος ναός που θα επισκεφθεί στην συνέχεια ο Γεδεών είναι το «Ρόδον το Αμάραντον» μια εκκλησία αρχαιοπρεπής που κτίστηκε επάνω σε ερείπια κατεστραμένου αρχαίου ναού. Στις 8 Μαϊου 1867, ανακάλυψαν τυχαίως παλαιά θεμέλια και τοίχους απο τον αρχαίο ναό, καθώς και διάφορα αγγεία, μερικές παλαιότατες εικόνες και ένα μικρό ανάγλυφο που παρίστανε ένα Ρωμαίο ιππέα, για το οποίο σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν επιτύμβιο.

Καταγράφει την απορίαν του γιατί δόθηκε αυτό το περίεργο όνομα, Ρόδον το Αμάραντον, στην Τρίτη εκκλησία αλλά και γιατί κτίστηκε και Τρίτη εκκλησία αφού οι δύο επαρκούσαν για τις ανάγκες των διακοσίων πενήντα χριστιανικών οικογενειών που κατοικούσαν στο νησί. Και αξίζει να σημειωθεί το παράδοξο γεγονός, ότι σήμερα, στη Νέα Κούταλη, ο επισκέπτης θα αντικρύσει τρείς εκκλησίες !

Σ.Χ.Β Αθήνα Σεπτέμβριος 1999
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
(1) ΜΑΝΟΥΗΛ ΓΕΔΕΩΝ
Λόγιος, γεννημένος το 1854 που έζησε για πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Το 1921 ήρθε στην Αθήνα όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του. Ασχολήθηκε με την βυζαντινολογία και με την μετά την Άλωση Ιστορία του Ελληνισμού. Απο τις πολυάριθμες μελέτες του οι περισσότερες δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας και άλλες εκδόθηκαν κανονικά σε βιβλία. Το 1896 εκδίδει έναν κατάλογο με όλα του τα δημοσιεύματα που φτάνουν τα 223. Σε αυτά θα προστεθούν αρκετά ακόμα που εκδίδονται στην Αθήνα, μέχρι τον θάνατό του.

Η Μεγάλη Εκκλησία – το Πατριαρχείο – εκτιμώντας την μακροχρόνια προσφορά του, τού είχε απονείμει τον τίτλο του Μεγάλου Χαρτοφύλακος και Χρονογράφου της Μ. Εκκλησίας.


(2) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ (ΚΑΙΣΑΡΙΟΣ) ΔΑΠΟΝΤΕ
Γεννημένος στην Σκόπελο το 1714 πήγε νέος στην Κωνσταντινούπολη. Απο εκεί πήγε στο Βουκουρέστι όπου μετά τις σπουδές του στην ηγεμονική σχολή, έγινε δεύτερος γραμματέας του ηγεμόνα της Ρουμανίας Κωνσταντίνου. Αργότερα διετέλεσε γραμματέας του Ιωάννη Μαυροκορδάτου. Το 1746 στάλθηκε στον ηγέτη (Χάν) των Τατάρων τον οποίον συνόδευσε στην Κωνσταντινούπολη. Τότε συνελήφθη απο τους Τούρκους και κα΄λίσθηκε στην φυλακή για είκοσι μήνες. ( Σε αυτήν ακριβώς την περίοδο αναφέρεται η χειρόγραφη αφιέρωση του Ευαγγελίου που υπήρχε στον Άγιο Νικόλαο της Κούταλης ).

Επίσημα το όνομα Καισάριος θα το πάρει το 1753 όταν, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, θα περιβληθεί το μοναχικό σχήμα στην Μονή της Παναγίας στο νησάκι Πιπέρι της πατρίδος του Σκοπέλου. Το 1757 θα ανέβει στον Άθω απο όπου πάλι θα περιοδεύσει την Βλαχία, την Τουρκία και άλλα μέρη, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για τα μοναστήρια. Θα επιστρέψει το 1765 για να ζήσει εκεί μέχρι τον θάνατό του, το 1774.

Θεωρείται απο τις πλέον αξιόπιστε πηγές για την Ρουμανική Ιστορία, έχοντας καταγράψει με ακρίβεια γεγονότα της εποχής του, ιδίως στο έμμετρο έργο του «Κήπος Χαρίτων» που εκδόθηκε το 1880 απο τον Γαβριήλ Σοφοκλέους, στο οποίο και δεξιστορεί την περιοσεία του.

Παραμένει πάντως άγνωστο, το πώς βράθηκε στην Κούταλη το Ευαγγέλιο που δώρησε στην φυλακή της Κωνσταντινούπολης ο Κωνσταντίνος Καισάριος Δαπόντε με την εξιστόρηση των γεγονότων, και που εκατόν σαράντα τέσσερα χρόνια αργότερα είδε και αντέγραψε ο Μανουήλ Γεδεών.









1915 Ο πρώτος Διωγμός - 1922 Ο Ξεριζωμός

Με την εκστρατεία των Συμμάχων στα Στενά (Δαρδανέλια) δίδεται εντολή απο τις Τουρκικές αρχές, μετακίνησης των Χριστιανών και ιδιαίτερα των Ελλήνων και των Αρμενίων από τις περιοχές που συνόρευαν με τις πολεμικές ζώνες και η "μεταφορά" τους στο εσωτερικό της Τουρκίας. Αυτή η "μεταφορά" ή "μετακίνηση" πήρε την μορφή εθνοκάθαρσης, καθώς με διαταγές της ανώτερης Τουρκικής Στρατιωτικής Διοίκησης προτρέπονται οι στρατιώτες σε κάθε είδους ενέργειες με σκοπό την εξόντωση των μετακινουμένων.

Τήν Τρίτη, 2 Ιουνίου 1915 οι κάτοικοι της Κούταλης, με την κατηγορία ότι τροφοδοτούσαν τα συμμαχικά υποβρύχια, διετάσσοντο να εγκαταλείψουν εντός έξι ωρών τα πάτρια εδάφη. Μέσα σε λίγες ώρες μεταφλέρθηκαν στην Πάνορμο και απο εκεί στον τόπο εξορίας τους που ήταν κυρίως το Μιχαλήτσι. Οι άντρες της περιοχής οδηγήθηκαν σε άλλες πριοχές (Μαγνησία, Αφιόν Καραχισάρ) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σαν εργατικό δυναμικό στον Τουρκικό Στρατό για τις μεταφορές εφοδίων και υλικών. Σε καμμία περίπτωση δεν τους κατέττασαν στον Τουρκικό Στρατό, παρά το γεγονός ότι ήταν και αυτοί Οθωμανοί υπήκοοι.


Ο πρώτος διωγμός του 1915 (με τις οδηγίες του γνωστού Λήμαν φον Σάντερς) ελλάτωσε τον πληθυσμό της Κούταλης κατά το 1/3. Τον βαρύ φόρο τον πλήρωσαν οι μεγάλες και οι πολύ μικρές ηλικίες. Στην επιστροφή τους γύρω στο 1918 αντίκρυσαν λεηλατημένα και καμμένα τα πάντα. Οι σιταποθήκες και οι αποθήκες των παστών άδειες. Τα «νοικοκυριά» του κάθε σπιτιού εξαφανισμένα. Τα καταστήματα λεηλατημένα. Πάνω απο 200 σπίτια κατεστραμμένα για να γίνουν οι πόρτες τα παράθυρα και όλα τα ξύλα τους προσάναμα στις φωτιές των Τούρκων στρατιωτών που είχαν εγκατασταθεί στην Κούταλη και είχαν μετατρέψει Σχολεία και αποθήκες σε νοσοκομεία. Με τον φόβο του θανάτου πάνω απο κάθε οικογένεια, ξεκίνησαν πάλι να χτίζουν, να δουλεύουν, να ταξιδεύουν, ελπίζοντας πως τα δεινά είχαν τελειώσει. Και μέσα σε ένα χρόνο είχαν ξαναφτειάξει την Κούταλη Η νικηφόρα προέλαση του Ελληνικού στρατού αναπτέρωσε ελπίδες, Όμως το όνειρο δεν κράτησε πολύ.


Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922 οι εναπομείναντες Κουταλιανοί, αυτή την φορά με την προστασία του Ελληνικού Ναυτικού, πήραν την εντολή να εγκαταλείψουν για πάντα την Κούταλη. Είχαν απομείνει κοντά στα χίλια άτομα. Το ατμόπλοιο «Πατρίς» μάζευε τον Ελληνισμό του Μαρμαρά και της Κυζίκου για να τον μεταφέρει στην Ελλάδα. Οι Κουταλιανοί, με τα καϊκια και τα διάφορα πλεούμενά τους, πέρασαν τα Στενά και εγκαταστάθηκαν στην Λήμνο, στην κοινότητα του Πεσπεράγου, η οποία μετονομάστηκε σε Νέα Κούταλη. Εκεί εγκαταστάθηκαν γύρω στα τριακόσια πενήντα άτομα. Οι περισσότεροι σκορπίστηκαν σε άλλες πόλεις της Ελλάδος (κυρίως στην Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά) και άλλοι μετανάστευσαν στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αφρική και στην Αυστραλία. Στην Αμερική υπήρχαν ήδη εγκατεστημένοι Κουταλιανοί απο τον πρώτο διωγμό του 1914 οι οποίοι είχαν αναπτύξει αξιόλογη πολιτιστική δραστηριότητα με συλλόγους από το 1916.

Σήμερα, διεσπαρμένοι σε όλο τον κόσμο, οι Κουταλιανοί ζουν και αναπτύσσονται έχοντας πάντοτε την συνείδηση της καταγωγής τους και της ιστορίας τους.

Διάσημοι Κουταλιανοί υπήρξαν, κατά τα τέλη του 16ου αρχάς 17ου αιώνα οι ηγεμόνες της Μολδαβίας Κωνσταντίνος και Δημήτριος Κανδεμίρ (1673-1723), στον 17ο αιώνα και τις αρχές του 18ου ο Πατριάρχης Άνθιμος (1777-1877) , ο Παναγής Κουταλιανός (1847-1916) - γνωστός για την ηράκλεια δύναμή του - και στα νεώτερα χρόνια, ο γλωσσολογος και λόγιος Φώτιος Φωτιάδης (1849-1936), ο λογοτέχνης Δημήτρης Οικονομίδης, και ο Κλεόβουλος Κλώνης, σκηνογράφος του Εθνικού Θεάτρου και ιδρυτής του λογοτεχνικού περιοδικού «Διανόησης»

Η Κούταλη στα νεώτερα χρόνια

Η πρόοδος της Κούταλης στα νεώτερα χρόνια – Αλιεία Σπογγαλιεία και Ναυτιλία - - Οι κύριες ασχολίες των Κουταλιανών – Η δράση του Φιλεκπαιδευτικού Σωματείου «Ευαγγελισμός»


Η Μικρασιατική καταστροφή ήταν μια τραυματική εμπειρία για τον Ελληνισμό. Τόποι με μακραίωνη ελληνική ιστορία, με συμμετοχή σε όλους τους αγώνες και τις πολιτιστικές κατακτήσεις του ελληνικού κόσμου, έμειναν εκτός του ελληνικού εθνικού χώρου. Ένας από αυτούς τους τόπους είναι και το νησί Κούταλη στην θάλασσα του Μαρμαρά. Ένα μικρό νησί με ελληνική ιστορία χιλιάδων ετών, από τότε που οι πρώτοι Ίωνες και Αιολείς εγκαταστάθηκαν στην Προποντίδα, η οποία διακόπηκε απότομα το 1922.

Σχεδόν άνυδρο και μοναχικό, απετέλεσε τον καιρό του Βυζαντίου, στα 1300 περίπου, ορμητήριο Καταλάνων ναυτικών – συμμάχων του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β. Παλαιολόγου. Από τους Καταλάνους, πολύ πιθανόν, παίρνει το όνομα η Κούταλη, και όταν αυτοί φεύγουν στα 1307 απο την περιοχή, κατοικείται μόνιμα απο Έλληνες Χριστιανούς. Μέ μήκος δύο μίλλια και πλάτος μισό μίλλι, έχει στα Νοτιοδυτικά το ύψωμα του Προφήτη Ηλία, μέ ύψος πεντακόσια πόδια.

Σε αντίθεση με τα άλλα νησιά της Προκονήσου – ή Προικονήσου, η Κούταλη δεν διαθέτει στο έδαφός της αυτό που χαρακτηρίζουμε πλούτο. Δεν υπήρχε έκταση που να νμπορούσαν να σπείρουν, το νερό απο τα λίγα πηγάδια ήταν υφάλμυρο – και οι Κουταλιανές όταν ζύμωναν ψωμί χρησιμοποιούσαν θαλασσινό νερό. Υπήρχε μια πηγή απο την οποία έπαιρναν λίγο νερό για να πιούν. Έτσι οι κάτοικοί της στράφηκαν απο τα πρώτα χρόνια στην εμπορική ναυτιλία που έδωσε όνομα και φήμη στο μικρό τους νησί.

Καραβοκύρηδες στην συντριπτική πλειοψηφία τους, γύριζαν με τα γερά σκαριά τους τον Πόντο μεταφέροντας το Ρώσσικο σιτάρι παντού. Στα 1800 η ναυτιλία της Κούταλης περιελάμβανε 40 ποντοπόρα πλοία μεγάλα ιστιοφόρα με χωρητικότητα πάνω από 200 τόννους, που διέσχιζαν την Άσπρη Θάλασσα (Αιγαίο) και την Μεσόγειο καί έφταναν στις Γαλλικές και Ισπανικές ακτές. Περνώντας την Τζιμπεράλτα (Γιβραλτάρ) έφταναν μέχρι την Αγγλία μεταφέροντας εμπόρευμα, και αγοράζοντας εμπόρευμα για να το πουλήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Στο δρόμο για την Πόλη, σταμάταγαν πρώτα στη Κούταλη και έτσι οι πρώτες που ντυνόντουσαν μέ τις τελευταίες «μόδες» ήταν οι Κουταλιανές! Στην Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα ήταν γνωστή η έκφραση «μια βούκα πράμα κι έχει πρώτη παριζιάνικα μοντέλα» που με ζήλεια έλεγαν οι κυράδες. Αυτές τις «μόδες» και άλλα προϊόντα ιματισμού από την Γαλλία και την Ευρώπη, μετέφεραν οι Κουταλιανοί ναυτικοί με την συχνόταταη συγκοινωνία τους. Χαρακτηριστική η φωτογραφία του 1917 με τις δύο ραπτομηχανές σε Κουταλιανό σπίτι.
Στην Κούταλη υπήρχαν πολλά εμπορικά μαγαζιά μέ όλων των ειδών τα εμπορεύματα, από υφάσματα, ρουχισμό, υποδήματα μέχρι τρόφιμα. Συγκέντρωναν καθημερινά ένα μεγάλο πλήθος από κατοίκους των γύρω νησιών, της Αφισιάς, του Μαρμαρά, της Καλόλιμνης (Πασαλιμάνι) ερχόντουσαν ακόμα και απο την Κύζικο, για να ψωνίσουν εκλεκτά είδη και να ξεκουραστούν και να διασκεδάσουν στα καφφενεία της.

Εκτός απο την ναυτιλία και το εμπόριο οι Κουταλιανοί διέπρεψαν και σε δύο άλλες δραστηριότητες. Στην παρασκευή αλιπάστων και στην σπογγαλιεία Μέ μικρά πλεούμενα ψάρευαν αλλά και συγκέντρωναν ψάρια απο τις γύρω περιοχές και τα μετέφεραν στην Κούταλη όπου πολλές οικογένειες παρασκέυαζαν παστά τα οποία στην συνέχεια φόρτωναν στα εμπορικά για τις αγορές της Μολδαβίας, της Ρωσσίας, της Κωνσταντινούπολης και της Ευρώπης. Ο Βόσπορος ήταν ένα ευλογημένο θαλάσσιο πέρασμα εκατομμυρίων ψαριών, που πολλές φορές το χρώμα των νερών του αντανακλούσε το ασημένιο χρώμα απο τα εκατομμύρια ψάρια που κοπαδιαστά κατέβαιναν απο την Μαύρη Θάλασσα. Και αυτός ήταν ένας πραγματικά ανεκτίμητος μεγάλος πλούτος που τον αξιοποίησαν στο έπακρο .

Η σπογγαλιεία τέλος ήταν μια σημαντικότατη πηγή πλούτου για το νησί. Στην αρχή το σπογγαλιευτικό και ο εξοπλισμός ήταν Κουταλιανός και οι δύτες Καλύμνιοι, Υδραίοι και απο άλλα σημεία της Ελλάδος. Πολύ γρήγορα όμως μυήθηκαν στα μυστικά του δύτη όλο και περισσότεροι με αποτέλεσμα όλο το σφυγγαράδικο να αποτελείται απο Κουταλιανούς. Οι αγορές που έστελναν σφουγγάρια ήταν κυρίως η Αγγλία, και άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις καθώς και οι αγορές της Ρωσσικής Αυτοκρατορίας.

Η ναυτιλία της Κούταλης χτυπήθηκε το 1817 όταν σε ένα ναυάγιο πνίγηκαν 80 καπετάνιοι και εφοπλιστές, και άλλοι τόσοι πλήρωμα των καραβιών που ήταν αγκυροβολημένα στην Κωνσταντινούπολη. Για το ιστορικό του μεγάλου ναυαγίου υπάρχει ιδιαίτερα ανάρτηση με τίτλο « Η καταστροφή του Μπούμπα» παρμένο απο το βιβλίο του Κωνσταντίνου Ψάρρα ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΤΑΛΗΣ (Πειραιάς 1987).

Λίγο αργότερα η εμφάνιση των ατμοκίνητων πλοίων άλλαξε ριζικά την μορφή της συγκοινωνίας. Παρ΄ όλα αυτά ξαναδημιουργήθηκε ο στόλος, και στα 1890 η Κούταλη διέθετε 40 εμπορικά καράβια και 30 σπογγαλιευτικά

Η Κούταλη, λίγο πρίν τους Βαλκανικούς πολέμους, σε απογραφή της επαρχίας Προκοννήσου έχει καταγραφεί μέ 2607 κατοίκους, 3 εκκλησίες, 3 ορθόδοξους ιερείς («απαίδευτους» όπως και όλοι οι ιερείς της Επαρχίας Προκοννήσου) 1 αρρεναγωγείο μέ 6 τάξεις 2 διδασκάλους και 110 μαθητές με προϋπολογισμό 60 χρυσές λίρες, 1 Παρθεναγωγείο με 3 τάξεις, 1 Διδασκάλισσα και 50 μαθήτριες και με προϋπολογισμό 20 χρυσές λίρες. (Περιοδικό «Ξενοφάνης» του 1905 - τόμος Γ σελίς 190).
Την ανέγερση αλλά και το κόστος συντήρησης των Σχολείων είχε αναλάβει απο την σύστασή του η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης Ευαγγελισμός. «Φιλοπρόοδοι και φιλομαθείς, φίλεργοι, ευσεβείς, φιλάνθρωποι και φιλοπάτριδες» οι Κουταλιανοί, με ενθουσιασμό αφιέρωσαν χρήματα και προσωπική εργασία για να χτίσουν, εξοπλίσουν και λειτουργήσουν τα Σχολεία τους. Πρωτοστάτησε ο Ευαγγελισμός ο οποίος ιδρύθηκε στις 13 Απριλίου του 1870.

«Διοικούμενον εκάστοτε υπό της πεφωτισμένης σκέψεως ανδρών σοβαρών και τιμίων κατόρθωσε να επιτελέση κατά την διάρκειαν του βίου του τιτάνιον υφίστους και ανεκτιμήτους προσενεγκών εις τον τόπον υπηρεσίας. Η δράσις του δεν περιορίζετο μόνον είς την θεραπείαν των εκπαιδευτικών της Κοινότητος θεμάτων, αλλά εις πάσαν κίνησιν αγαθοεργόν και κοινής ωφελείας εφαίνετο πρωτοστατούν και ήρχετο επίκουρον»
Ο Ευαγγελισμός ανήγειρε το Αρρεναγωγείο το 1883 με συνολικό κόστος 26.599 γρόσια και αργότερα, το 1912 μέσα σε τρείς μήνες, ανήγειρε το Παρθεναγωγείο που είχε καεί, με δαπάνη 48.959 γρόσια.

Τα έσοδα του Ευαγγελισμού προήρχοντο απο τις συνδρομές των μελών του, απο κληροδοτήματα ( Πανταζίδη, Ζαχάρωφ, Φράγγου), απο δωρεές του Συλλόγου Κουταλιανών Αμερικής, και απο έσοδα τοπικά (ενοίκιο λαχανόκηπου, τελωνείου, καφφενείου, φόρος σφουγγαριών κ.α)
Αξίζει να καταγραφούν τα στοιχεία του Ισολογισμού του 1912, λίγο πρίν τον πρώτο διωγμό για να καταδειχθεί η ευρωστία της Αδελφότητος, αλλά πολύ περισσότερο, η νοοτροπία αλληλεγγύης και προόδου που επικρατούσε.

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ 1912

· Μετρητά εν τω ταμείω 42.130,40 γρόσια
· Κατάθεσις 300 λιρών στερλινών παρά τη Αθηναϊκή Τραπέζη
· Κατάθεσις 300 λιρών στερλινών –Κληροδότημα Ν. Πανταζίδη
· 15 μετοχαί του παγίου Ελληνικού χρέους του 1889 τ. 4% ονομαστικαί
· 1 Μετοχή Σιδηροδρόμων Ρωμυλίας – Κληροδότημα Ν. Φράγγου
· 17 Ομολογίαι Σιδηροδρόμων Ανατολής 4% τρίτης σειράς
· 1 τίτλος 2.429 ρουβλίων αργυρών του εν Μόσχα Αυτοκρατορικού Ορφανοτροφείου - Κληροδότημα Ιωάννου Ζαχάρωφ
· 1 χρεωστικόν αδελφών Χριστοδουλίδη εκ λιρών χρυσών 129
· 4 Λαχειοφόροι Μετοχαί των 100 δραχμών του Δανείου των 20.500.000

Η Αδελφότητα σταματά το έργο της με τον διωγμό του 1915 και συνεχίζει τη δραστηριότητά της ξανά το 1918 μέχρι την Μικρασιατική συμφορά του 1922. Η περιουσία της Αδελφότητος ήταν πλέον κατετεθειμένη στο υποκατάστημα της Κωνσταντινούπολης της Credit Lyonnais. Περιελάμβανε :

· 22.337 γαλλικά φράγκα δωρεά του Συλλόγου εν Αμερική Κουταλιανών
· 17 ομολογίες Σιδηροδρόμων Ανατολής
· 15 μετοχές του παγίου Ελληνικού χρέους του 1889
· 4 ομολογίες Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος των 100 δραχμών
· 1 λαχειοφόρο ομολογία Σιδηροδρόμων Ευρωπαϊκής Τουρκίας
· 1 ομολογία Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και
· 2.429 αργυρά ρούβλια.

Η περιουσία αυτή, με την ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών – ένα γεγονός πρωτάκουστο στην διεθνή πολιτική σκηνή που όμοιό τους δεν έγινε ποτέ άλλοτε σε κανένα μέρος του κόσμου μέχρι τότε – περιήλθε μέσω της Μικτής Επιτροπής στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως επληροφόρησαν με επιστολή τους τα κεντρικά γραφεία απο το Παρίσι της Credit Lyonnais τους Μ. Πανταζόγλου, Ν. Χριστούλια, Δ. Καραντάνη και Στέφανο Ζαννίδη, στο όνομα των οποίων ήταν κατατεθειμένα. Φυσικά τα χρήματα αυτά δεν αποδόθηκαν ποτέ στους Κουταλιανούς ή έστω στην στην Νέα Πατρίδα.

Το όνομα της Κούταλης

Η πιο διαδεδομένη παράδοση ήθελε το όνομα της Κούταλης να προέρχεται απο το σχήμα της. Από μακριά ξεχώριζε το ύψωμα του Προφήτη Ηλία να προβάλλει σφαιρικό σχεδόν, στην αριστερή νοτιοδυτική πλευρά του νησιού. Ένα χαμηλότερο ύψωμα, χωρίς ιδιαίτερη ονομασία βρισκόταν στο βορειοανατολικό σημείο του νησιού. Έτσι, με λίγη φαντασία, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το νησί έμοιαζε με ένα αναποδογυρισμένο κουτάλι. Έτσι, έλεγαν μερικοί, ότι πήρε το όνομά της από την λέξη κουτάλι.

Δεν πρέπει όμως να ισχύει αυτό. Γιατί ακόμη και μέχρι σήμερα όσοι από τους παλιούς Κουταλιανούς ζουν, χρησιμοποιούν για το κουτάλι την λέξη «χουλιάρ(ι)» παραφθορά του βυζαντινού «κοχλιάριον». Η χρήση της λέξης αυτής έχει περάσει και στις νεότερες γενιές. Η ονομασία Κούταλη – με κατάληξη η- και των κατοίκων Κουταληνοί, όπως αναφέρονται σε αρκετά ιστορικά κείμενα σαν δηλωτικό καταγωγής, δεν δικαιολογείται να προέρχεται από μία τέτοια ρίζα (κουτάλι). Όπως θα δούμε στην συνέχεια γίνεται αναφορά σε Βυζαντινά ιστορικά κείμενα για ανθρώπους που είχαν την καταγωγή τους από την Κούταλη, και επονομάσθηκαν Κουταληνοί. Ανάμεσα σε αυτούς και ο τρεις φορές Πατριάρχης Άνθιμος ο ς’ Κουταληνός (Ιωαννίδης) (1790-1873) αλλά και ακόμη παλαιότερα ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Κουτάλης που πέθανε το 1335 – εκατό χρόνια πριν την Άλωση.

Υπάρχει και η άλλη παράδοση που θέλει την ονομασία του νησιού από τους Καταλάνους ναυτικούς – και πειρατές, που πιθανόν να την χρησιμοποίησαν σαν ορμητήριο ή σταθμό.

Ήταν το 1300 όταν η Καταλανική Εταρία, ένα πανίσχυρο και καλά οργανωμένο μισθοφορικό σώμα από Καταλανούς και Αραγώνιους, έμεινε χωρίς δουλειά! Είχε υπογραφεί ειρήνη στην Σικελία ύστερ από είκοσι χρόνια σκληρών πολέμων χριστιανών με χριστιανούς ( Σικελικός Εσπερινός και τόσα άλλα) και η Κουμπανία όπως αναφέρεται εξελληνισμένα στο Χρονικό του Μορέως – είχε μείνει άνεργη. Ένας απο τους αρχηγούς της ο Ρογήρος Ντε Φλόρ, στράφηκε στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον Β’ Παλαιολόγο, και του προσέφερε τις υπηρεσίες του. Υπογράφτηκε επίσημο συμβόλαιο με βαρείς για το Βυζάντιο μισθούς και όρους, και ο Ντε Φλόρ ονομάσθηκε επίσημα Ναύαρχος της Αυτοκρατορίας. Κατέπλευσαν με τριάντα έξι πλοία και με γυναίκες και παιδιά εξίμιση χιλιάδες Καταλανοί και Αραγώνιοι, για να πολεμήσουν μαζί με τους Βυζαντινούς του Τούρκους. Σύντομα ο Ντε Φλόρ συγγένεψε και με τον αυτοκράτορα, αφού παντρεύτηκε την ανηψιά του Ανδρόνικου Β’ την Μαρία, κόρη της αδελφής του Ειρήνης και του Τσάρου των Βουλγάρων Ασάν. Όμως οι έμμισθοι και καλοπληρωμένοι σύμμαχοι έγιναν τελικά μια νέα πληγή για το Βυζάντιο.

Μετά από επιτυχίες που είχαν τα στρατεύματα του Αυτοκράτορα το 1304 και 1305 μαζί με τους συμμάχους τους, που κατανίκησαν τους Τούρκους στην Αρτάκη, τόν Αύλακα και την Λυδική Φιλαδέλφεια, η Καταλανική Εταιρία κατέλαβε την Καλλίπολη και οχυρώθηκε. Και έβαλαν φρουρές και στόλο σε επίκαιρα σημεία της Μικράς Ασίας αλλάζοντας τον ρόλο τους σε πειρατές της περιοχής.

Ένα από τα επίκαιρα αυτά σημεία της περιοχής που χρησιμοποίησαν σαν σταθμό επιτήρησης και ορμητήριο, είναι πολύ πιθανό λόγω της θέσης της, να υπήρξε η Κούταλη. Οι χάρτες της ναυσιπλοϊας της περιοχής αυτής το δικαιολογούν απόλυτα. Ένας μικρός ακατοίκητος σταθμός εκείνη την εποχή, δεν έβαζε σε κίνδυνο τους Καταλάνους. Σε αντίθεση τα άλλα νησιά με τον χριστιανικό τους πληθυσμό μπορεί να ήταν καλά για πλιάτσικο όμως σε καμμιά περίπτωση δεν θάδιναν ασφάλεια στους πειρατές.

Γεγονός πάντως παραμένει ότι οι Καταλανοί, μετά το 1307 κατέλαβαν την Θράκη και προχώρησαν Δυτικά για να φθάσουν μέχρι το Δουκάτο της Αθήνας. Στα 1311 ίδρυσαν το Καταλανικό κράτος, που εξαφανίστηκε το 1387.

Η πιο παλιά γραπτή μαρτυρία που υπάρχει για την Κούταλη, είναι οι έντεκα σελίδες που αναφέρονται σε αυτήν και περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Μανουήλ Ιω. Γεδεών με τίτλο «ΠΡΟΙΚΟΝΝΗΣΟΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΙΚΙΑ – ΝΑΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΙ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ» Αποσπάσματα απο αυτές υπάρχουν σε ιδιαίτερο άρθρο-ανάρτηση.

Ο Γεδεών, προβληματίστηκε για το ποιό από όλα να ήταν το όνομα της Κούταλης στα γραπτά του Διογένους του Κυζικηνού και του Πλινίου. «Κανένα όμως στοιχείο και στα τέσσερα νησιά δεν φωτίζει την παληά τους ονομασία. Έχουμε όμως δύο σημαντικές έγγραφες αναφορές σαν τόπο καταγωγής σημαντικών προσωπικοτήτων την Κούταλη. Σε χειρόγραφο του χρονογράφου Καντακουζηνού γύρω στα 1400. μ.Χ. γίνεται μνεία για τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Κουτάλη που έφερε και τον τίτλο του Χαρτοφύλακα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και που πέθανε τον Δεκέμβριο του 1335 (χειρόγραφο Καντακουζηνού, έκδοση Βόννης τομ Α σελ. 251, 313) Ένα άλλο χειρόγραφο της ίδιας εποχής, του Νικηφόρου Γρηγορά, αναφέρει στα προλεγόμενά του έναν Θεόδωρον Κουτάλην, σύγχρονο και φίλο του Γρηγορά (έκδοση Βόννης τομ Α. Προλεγόμενα σελίς LXXXVIII) Συμπερασματικά λοιπόν, το όνομα Κούταλη πρέπει να δόθηκε στο νησί κατά τον ΙΓ αιώνα ή και νωρίτερα αφού το 1335 ήδη χρησιμοποιείται σαν δηλωτικό καταγωγής στα δύο χειρόγραφα που σώθηκαν».

Η εκδοχή αυτή του Γεδεών, συγκλίνει χρονολογικά η ονοματοδοσία με την Καταλανική εκδοχή της Κούταλης. Ας σημειώσουμε εδώ πως στα Ισπανικά η Καταλονία προφέρεται ως Cataluna ή και Cutaluna και οι Καταλανοί Cataluni - Cutaluni.

Η Κούταλη, κατοικήθηκε κανονικά και άρχισε να αναπτύσσσεται, γύρω στο 1760 απο Έλληνες που ήρθαν απο την Σκόπελο, την Ύδρα, την Άνδρο, τα Ψαρρά. Χρησιμοποίησαν αρχικά την Κούταλη σαν έναν σταθμό μεταξύ της Μαύρης και της Άσπρης Θάλασσας, στον οποίο έκτισαν αποθήκες για τα εμπορεύματα – ιδίως για τα σιτάρια - που προμηθεύονταν από την Οντέσσα και τα Σουλινά και την Βράϊλα της Ρουμανίας. Και μαζί με τις αποθήκες άρχισαν να κτίζουν και τα εργαστήρια για τα αλίπαστα, με ψάρια που έπαιρναν απο τα γύρω νησιά.

Σ.Χ.Β. – Σεπτέμβριος 1996

Τοπογραφικά της Κούταλης


Μέ μήκος δύο μίλια και πλάτος μισό μίλι, έχει στα Νοτιοδυτικά το ύψωμα του Προφήτη Ηλία, με ύψος πεντακόσια πόδια. Συνδέεται με την Αφισιά με υφαλισμό 24 ποδών.




Από τους πρόποδες του Προφήτη Ηλία άρχιζαν τα σπίτια της Κοινότητας. Την πλευρά αυτή την αποκαλούσαν «απουκεικάτ». Μια μακρόστενη λωρίδα γής ένωνε το ύψωμα με το βόρειο ανατολικό σημείο του νησιού που κατέληγε σε ένα χαμηλότερο ύψωμα, χωρίς ιδιαίτερη ονομασία. Η μεσιανή περιοχή ένωνε τα «απουκεικάτ» με τα «απουκειπάν»



Σχεδόν στο κέντρο της κοινότητας, υπήρχε ο καθεδρικός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Και μπροστά της, λίγο δεξιότερα, ήταν χτισμένο το σχολείο – το αρρεναγωγείο.


Στην Κούταλη, «απουκειπάν», ήταν χτισμένα τα «σαράγια» των εφοπλιστών, εκεί ήταν και τα περισσότερα εμπορικά μαγαζιά, εκεί και τα καφφενεία και τα «κέντρα διασκέδασης» της εποχής. Τούτα τα κέντρα ήταν μόνον για άντρες, που έπιναν το κρασί και το τσίπουρό τους και διασκέδαζαν με τα «όργανα», με την μουσική που έπαιζαν κυρίως τα σαντούρια και τα άλλα μουσικά όργανα.


Διάσπαρτες ήταν οι σιταποθήκες όπως και τα «παστάδικα». Τα τελευταία ήταν μια επι πλέον σημαντική πηγή πλούτου για το νησί, αφού διέθεταν την παραγωγή τους στις αγορές του Αϊβαλί, της Σμύρνης και της Φώκαιας, καθώς και στις αγορές της Κωνσταντινούπολης και του Πόντου.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Η Κούταλη της Προποντίδος

(Φωτογραφία του 1900)


Η Κουτάλη είναι νησί της Προποντίδος (N. 40º32.8' E. 27º29.1'), στο σύμπλεγμα των νησιών της θάλασσας του Μαρμαρά, βόρεια της Οφιούσης (Αφισιάς) με έκταση 3,27 τ.χλμ. Με μήκος δύο μίλια και πλάτος μισό μίλι, έχει στα Νοτιοδυτικά το ύψωμα του Προφήτη Ηλία, μέ ύψος πεντακόσια πόδια. Συνδέεται με την Αφισιά με υφαλισμό 24 ποδών.

Ένας κρίκος που συνδέει τον Εύξεινο Πόντο με το Αιγαίο, την Μαύρη Θάλασσα με την Άσπρη Θάλασσα, είναι η Προποντίδα, η προ του Πόντου θάλασσα. Γύρω από αυτήν και μέσα σε αυτήν, την θάλασσα της Ρωμιοσύνης, (όπως την αποκάλεσε στα 1641 ο τούρκος ταξιδευτής Εβλιά Τσελεμπή) Μεγαρείς, Αιολείς, Μιλήσιοι, μέ άλλα λόγια Έλληνες, θαρθούν να κτίσουν νέες πόλεις και να φυτέψουν κι εδώ τον Ελληνισμό. Παρακινημένοι από τον πλούτο του χρυσαφιού της ασιατικής πλευράς, τραβηγμένοι από τον πλούτο του μαρμάρου και από την σαν ασήμι που κοχλάζει χρώμα που κατέβαζαν τα αμέτρητα κοπάδια των ψαριών στα νερά της, θα κτίσουν πόλεις, θα κατοικήσουν στα νησιά, θα αναπτυχθούν και θα μεγαλουργήσουν.
« Δυό συμπλέγματα νησιών υπάρχουν μέσα στην Προποντίδα. Τα εννέα Πριγκηπόνησα και τα τέσσερα Προκόνησα, λές πως τοποθετήθηκαν εκεί για να κοιτάζουν και να ελέγχουν τις δύο διαβάσεις του Πόντου και του Αιγαίου. Τα Πριγκηπόνησα, όπως αναφέρει ο Κεδρηνός, χρωστάν το όνομά τους στον πρίγκιπα Ιουστίνο τον Κουροπαλάτη, ενώ ένα είδος ελαφιού, η προκός, που βρισκόταν σε αφθονία στις δασωμένες πλαγιές του Μαρμαρά, χάρισε τ όνομά της στα Προκονήσια.»

« Ο Πλίνιος για το σύμπλεγμα των Προκονήσων αναφέρει τα ονόματα Άκανθος, Πορφυριώνη, Σκόπελος και Δελφακία, αλλά δυστυχώς κανένα στοιχείο στα τέσσερα Προκόνησα δεν φωτίζει για ποιό απο το καθένα αντιστοιχούσαν αυτά τα ονόματα. Θα αρκεσθούμε έτσι, να ανφερθούμε σε αυτά με τα γνωστά τους ονόματα, Αλώνη, Αφισιά (η νήσος Οφιούσα κατά τον Διογένη τον Κυζικηνό - απο τα πολλά φίδια που είχε) Κούταλη και Μαρμαράς.
Ο Μαρμαράς ονομαστός για τα λατομεία μαρμάρου, για τα ψάρια και τα παστά του, η Αλώνη γαι τους ναυτικούς και τα ψαράδικα καράβια της, η Αφισιά για τα κρασιά της από αμπέλια που πρωτοφύτεψαν τον 60 π.Χ. αιώνα Σαμιώτες.
Και η μικρή η Κούταλη, για τον εμπορικό της στόλο. Αυτό το μικρό νησάκι με εμβαδόν μόνο 3 τετραγωνικά χιλιόμετρα , ήταν το ίδιο ονομαστό με τ΄άλλα και ίσως τό μόνο που η φήμη του έφτανε μέχρι την άκρη της Ευρώπης. Κουταλιανοί καπεταναίοι απο πολύ νωρίς ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τις μεταφορές με΄σα στην Προποντίδα, στην Μαύρη Θάλασσα, στο Αρχιπέλαγος, στη Μεσόγειο. Από την Ελλάδα, πέρναγαν στην Ιταλία, και μέσα από τα φιλόξενα νερά των στενών της Σικελίας, έφθαναν στα Γαλλικά παράλια και συνέχιζαν για τις ακτές της Ισπανίας »

ΑΚΎΛΑΣ ΜΗΛΑΣ

Γι αυτό το μικρό νησί την Κούταλη, και για τους Κουταλιανούς, είναι οι σελίδες που ακολουθούν. Στις διάφορες ενότητες αυτής της συλλογής καταγράφονται πιστά και μέ όσες περισσότερες λεπτομέρειες και πληροφορίες όλα τα σχετικά με την Παληά και την Νέα πατρίδα και για τους ανθρώπους της. Και άν ακόμη απλοϊκή φαίνεται σήμερα η λαϊκή μούσα της Αγλαϊας Χριστούλια ή της Μυρσίνης Βαλασίου, παραμένει και είναι το πιό ζωντανό κομμάτι της ιστορικής παράδοσης αυτού του τόπου και αυτών των ανθρώπων.

Σε όσους έμειναν για πάντα εκεί, σε όσους άφησαν την τελευταία τους ανάσα στις αφιλόξενες περιοχές στην Απολλωνιάδα στο Μιχαλήτσι, στην Μαγνησία στο Αφιόν Καραχισάρ, σε όσους ξενιτεύθηκαν για πάντα απο τον τόπο τους, σε όσους βρήκαν καταφύγιο στην Πατρίδα ή σε ολόκληρο τον κόσμο, σε όσους πάσχισαν να χτίσουν την Νέα Κούταλη, σε όσους αγωνίστηκαν για να προκόψει και να μεγαλώσει αυτή η Νέα Πατρίδα με το σχολείο και την εκκλησία του, είναι αφιερωμένη αυτή η συλλογή. Φόρος τιμής για τους απανταχού Κουταλιανούς, κι ευλαβικό μνημόσυνο στην μνήμη του πατέρα μου Χρυσόστομου Βασιλείου. Σαν ένα χρέος που μεταφέρεται χωρίς να μπορεί κανείς να το ξοφλήσει....

Σαράντης Χρυσ. Βασιλείου




















Τέσσερις επιχρωματισμένες φωτογραφίες του 1900