ΜΕΝΟΥ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Η καταστροφή του Μπούμπα


 Στα 1987 ο Κωνσταντίνος Ψάρρας τύπωσε το βιβλίο Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΤΑΛΗΣ που περιέχει έναν μεγάλο πλούτο από τις αναμνήσεις και τις διηγήσεις των παλιών Κουταλιανών. Πηγές ζωντανές στο γράψιμο αυτού του βιβλίου, στάθηκαν, όπως ο ίδιος αναφέρει στην εισαγωγή του, τόσο ο παππούς του Γεώργιος Ψάρρας που γεννήθηκε στην Παληά Κούταλη το 1850 και πέθανε τον Αύγουστο του 1955 στη Νέα Κούταλη σε ηλικία 105 χρόνων, καθώς και οι παλιοί Κουταλιανοί όπως ο Ιωάννης Παπαδόπουλος του Κοσμά, ο Σωκράτης Μιχαήλ Πανταζόγλου, ο Μηνάς Ράλλης που του διηγήθηκε τον διωγμό του 1914, ο Αργυράκης Χριστοδούλου και άλλοι.

Από το βιβλίο αυτό είναι παρμένα τα κομμάτια που αφορούν στο ναυάγιο του Μπούμπα, την μεγάλη καταστροφή της Κουταλιανής ναυτιλίας τον Μάρτιο του 1817, στις νησίδες Κυντριά του Βοσπόρου.

................................


Κατά την διάρκεια του Αγγλοϊσπανικού πολέμου, πολλά Ελληνικά καράβια έσπαγαν τον αποκλεισμό για να τροφοδοτήσουν την Ισπανία με σιτηρά και με άλλα υλικά και πολεμοφόδια. Ήταν φυσικό τόσο η Ιταλία όσο και η Γαλλία να μην θέλουν τον Αγγλικό στόλο να αλωνίζει στην Μεσόγειο, και έτσι δεν εμπόδιζαν όποιο καράβι πήγαινε εφόδια στους Ισπανούς. Ανάμεσά σε αυτά τα καράβια ήταν και όλα τα Κουταλιανά ποντοπόρα.

Οι μεταφορές αυτές ώθησαν τους Κουταλιανούς να ναυπηγούν «μεγάλα σκάφη στα σύγχρονα ναυπηγεία της εποχής στην Γένοβα και στην Βενετία. Με την λήξη του πολέμου η Κούταλη βρέθηκε με 40 ποντοπόρα πλοία ... και όπως έβλεπαν η Κούταλη μέσα σε λίγα χρόνια θα ξεπερνούσε σε τονάζ και την Ύδρα - την μικρή Αγγλία όπως την ονόμαζαν τότε – τα Ψαρά καθώς και την Κάσο»

Αλλά η μοίρα η σκληρή στάθηκε εμπόδιο και έφερε την μεγάλη καταστροφή στο νησάκι αυτό της προόδου. Ήταν Μάρτιος του 1817 που οι Κουταλιανοί εφοπλιστές ξεκίνησαν με τα πληρώματά τους με ένα καράβι, το περιβόητο του Μπούμπα, για να πάνε στην Κωνσταντινούπολη να επανδρώσουν τα καράβια τους, γιατί εκεί τα αγκυροβολούσαν από τον Νοέμβριο μέχρι τον Μάρτιο, λόγω που η Κούταλη δεν προσέφερε ασφαλή λιμένα για τόσο μεγάλα πλοία.

Όπως είναι γνωστό πριν την αναχώρηση γίνονταν τα καθιερωμένα, αγιασμός και λιτανεία και μετά γλέντι τρικούβερτο, όπως έλεγαν και τότε και τώρα οι ναυτικοί, θυμίζοντας καράβι με τρεις κουβέρτες (πατώματα) μεγάλο δηλαδή. Αφού γλέντησαν μέχρι πρωίας στις 4 του μήνα ξεκίνησαν με το καράβι του Μπούμπα για την Κωνσταντινούπολη.

Ο καιρός ήταν ευνοϊκός, σιγανός νοτιάς. Το καράβι άνοιξε όλα τα πανιά των τριών καταρτιών και ξεκίνησε. Ο κόσμος στην παραλία χαιρετούσε και ευχόταν καλό κατευόδιο. Από το καράβι ακούγονταν το καλή αντάμωση. Η μοίρα όμως ήταν ενάντια των ευχών.

Είχαν περάσει πέντε ώρες από την ώρα του ξεκινήματος και ένας άγριος χιονιάς ξέσπασε – τόσο δυνατός ήταν ώστε η θύελλα κατέστρεψε ακόμα και σπίτια αρπάζοντας τις σκεπές και παράθυρα. Ο κόσμος κατάλαβε ότι το καράβι δεν θάχε καλή τύχη. Δεν άργησε όμως να έλθει το μαντάτο. Στις 5 του Μάρτη παρουσιάστηκε ο σκύλος του καραβιού μισοπεθαμένος ουρλιάζοντας θλιβερά. Το καράβι είχε καταστραφεί στις νησίδες Κυντριά και 40 πλοίαρχοι και άλλοι τόσοι εφοπλιστές καθώς και πληρώματα δεν γλίτωσε ούτε ένας – εκτός από τον σκύλο».

Διακόσια άτομα πνίγηκαν σε εκείνο τα ναυάγιο, αριθμός που διασώθηκε από την προφορική παράδοση αλλά και από ένα ποίημα της Αγλαϊας Χρυσούλια που περιγράφει εκείνη την καταστροφή με τον δικό της τρόπο. Και αυτός ο αριθμός των διακοσίων ατόμων σε ένα πλοίο μάς δείχνει ποιό ήταν το μέγεθος των καραβιών της Κούταλης αλλά και το μέγεθος της καταστροφής.

Στην Κούταλη εκείνοι που απέμειναν ήταν σχεδόν μόνον οι γυναίκες οι γέροι και τα παιδιά, σε μία κοινωνία που αριθμούσε τότε 1.980 άτομα. Του «ενός κακού μύρια έπονται» επαληθεύτηκε για μια ακόμη φορά αφού εκτός από τον χαμό των ανθρώπων ακολούθησε και ο χαμός όλων των καραβιών αλλά και το σφράγισμα όλων των σιταποθηκών του νησιού, όπως θα δούμε στην συνέχεια.

«Τα καράβια έμεναν αγκυροβολημένα στο Κεράτιο κόλπο της Κωνσταντινούπολης. Διάφοροι ανθρωπόμορφοι κόρακες, εφοπλιστές Γενοβέζοι και Λεβαντίνοι από την Σμύρνη, άρχισαν τις διαπραγματεύσεις να αγοράσουν τα καράβια, όσα χρήματα ήθελαν να πληρώσουν αυτοί. Όσοι θα αρνούνταν την πώληση θα είχαν να κάνουν με τις Τουρκικές αρχές. Οι κόρακες συμβούλεψαν του Τούρκους βέβαια, με το αζημίωτο, να παρακινήσουν τους κληρονόμους να πουλήσουν τα σκάφη γιατί παρεμποδίζουν τα αγκυροβόλια του κόλπου και τα κρηπιδώματα. Στο άκουσμα αυτών των διαπραγματεύσεων οι κληρονόμοι σκέφτηκαν να πάρουν τα καράβια τους και να τα πάνε Κούταλη – Αλώνη μιας που ερχόταν καλοκαίρι και θα μπορούσαν να μείνουν στα δύο νησιά μέχρι Σεπτέμβρη που φυσούν μόνον μελτέμια και έτσι θα ήταν ασφαλισμένα.»

Κουταλιανής καταγωγής ήταν ο Μέγας Διερμηνέας Αντώνης Λάσκαρης που μετέφραζε τις συζητήσεις των Λεβαντίνων με τους Τούρκους και τους κληρονόμους. Ειδοποίησε κρυφά τους τελευταίους να βρουν έμπειρα πληρώματα προκειμένου να δώσουν οι Τούρκοι άδεια για την μετακίνηση ων καραβιών. Επειδή πολλοί Κουταλιανοί προήρχοντο από Υδραίικες οικογένειες μια επιτροπή από τους κληρονόμους κατέβηκε στην Ύδρα και ζήτησε βοήθεια. Η οικογένεια Φαμελιάρη και ο Λάζαρος Κουντουριώτης πρωτοστάτησαν ώστε να δοθεί ουσιαστική βοήθεια στέλνοντας 12 πλοιάρχους για να πάρουν τα Κουταλιανά καράβια από τον Κεράτιο. Υπολόγιζαν φυσικά πως αυτά τα καινούρια σκάφη θα βοηθούσαν τον Αγώνα που ήδη γεννιόταν.

Το σχέδιο προδόθηκε από έναν αρβανίτη, στους Τούρκους του Ναυπλίου, και έτσι όταν αναχώρησε από την Ύδρα το πλοίο με τους δώδεκα πλοιάρχους γαι την Κωνσταντινούπολη, ένα μπρίκι με τον Καπουδάν Πασά, κρυμμένο στα Τσελεβίνια, τα μικρά νησάκια του Πόρου, συνέλαβε τους καπεταναίους και κατέσχεσε το πλοίο. Στην Κωνσταντινούπολη οι Τούρκοι κρέμασαν όσους Κουταλιανούς είχαν στα χέρια τους γιατί δεν δέχτηκαν τις προτάσεις των λεβαντίνων και τελικά οι «λιμενικές αρχές» πούλησαν στους Ιταλούς τα πλοία.

Ταυτόχρονα σφραγίστηκαν όλες οι σιταποθήκες στη Κούταλη και ο κόσμος άρχισε να λιμοκτονεί. Με την παρέμβαση των Κουταλιανών της Οδησσού, η Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία κατόρθωσε να βοηθήσει αποτελεσματικά τους Κουταλιανούς, και τελικά οι Τούρκοι παρέδωσαν τις σιταποθήκες στους κληρονόμους. Το σιτάρι αυτό πουλήθηκε ακριβά εντός και εκτός Προποντίδος και έδωσε την δυνατότητα στους Κουταλιανούς να ναυπηγήσουν πάλι ιστιοφόρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: