ΜΕΝΟΥ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Ο Παναγής ο Κουταλιανός


«Στά γυμνάσιά μου δύναμαι να φέρω επάνω μου βάρος 1.500-2.000 οκάδες, φέρω 3 κανόνια, ένατον ώμο, ένα στη μασκάλη και ένα στα σκέλη, χωρίς να κινούμαι, που να εκπυρσοκροτούν, δια των χειρών μου λυγίζω σίδερο 3 δακτύλων πάχους, με την γροθιά μου φονεύω βούβαλο, και άλλα διάφορα γυμνάσια...»

Η πιο διάσημη εικόνα με τα κανόνια
Άλλωστε στα χρόνια που έλαμψε το άστρο του Κουταλιανού ούτε στην Ελλάδα ούτε πουθενά αλλού γινόντουσαν Ολυμπιακοί Αγώνες. Αναγκαστικά λοιπόν έγινε ένας περιπλανώμενος αθλητής ο οποίος απο όπου και άν πέρασε άφησε πίσω του μόνο νικημένους.
Αυτά είναι λόγια ειπωμένα απο έναν παλαιστή που το όνομά του έγινε συνώνυμο της ανδρείας του θάρρους και της εκπληκτικής δυνάμεως. Του Παναγή Κουταλιανού.  Και χρειάζεται κανείς να γυρίσει εικοσιπέντε αιώνες πίσω για να βρεί έναν άλλο παλαιστή, αντάξιο του Παναγή. Τον περίφημο Μίλωνα τον Κροτωνιάτη. ‘Ισως ο Κουταλιανός να μην πήρε μέρος σε Ολυμπιακούς Αγώνες, να μην του φιλοτέχνησαν τον ανδριάντα, όμως, υπήρξε ένα φαινόμενο δύναμης που άφησε κατάπληκτο Παλαιό και Νέο Κόσμο.

Απο ένα σπανιότατο σήμερα φυλλάδιο, μεταφέρουμε σημεία από την αφήγηση του ίδιου του Παναγή του Κουταλιανού για την  ζωή του, για τα απίστευτα κατορθώματά του σε Ευρώπη Ασία και Αμερική. Ο ίδιος ήταν σχεδόν αγράμματος, αλλά ο άνθρωπος στον οποίο υπαγόρευσε τις αναμνήσεις του διατήρησε απείραχτο το απλοϊκό – και τόσο γλαφυρό όμως – ύφος, έτσι που είναι σα ν΄ ακούς τον ίδιο τον Παναγή να σου μιλάει.

Ας δούμε λοιπόν, την «Βιογραφία   του Νέου Ηρακλή Παναγή Αντωνίου Κουταλιανού» που κυκλοφόρησε στα τέλη του 1800 αρχή του 1900,  για τον οποίο η λαϊκή μούσα έγραψε ανάμεσα στα άλλα :
                                             « Πρό τριάκοντα αιώνων δεν εγέννησεν η φύσι
                                             Ως σέ άλλον ρωμαλέον και γενναίον αθλητήν,
                                             Όμοιον κατα την ρώμην και αντάξιον επίσης
                                             Του ενδόξου ημιθέου Ηρακλέους μιμητήν.
                                             Λέοντα εκείνος πρώτον, καταστρέφει τον Νεμαίον,
                                             Την μεγάλην επομένως ενδυθείς αυτού δοράν,
                                             Τίγριν παμμεγέθη πάλιν καταβάλλεις σύ παλαίων
                                             Εν τω μέσω του θεάτρου, αιμοβόρον και σκληράν » 
 

«Βιογραφία   του Νέου Ηρακλή Παναγή Αντωνίου Κουταλιανού»

Μούτσος στα καράβια γυρίζει τον κόσμο όλο
Απο καυγατζής στα λιμάνια, διάσημος παλαιστής 
Ξαπλώνει χάμω με μια γροθιά τους πιο ξακουστούς πρωταθλητές
Παλεύει και νικάει μπροστά σε βασίλισσες και σουλτάνους
Ξεκολλάει πλοία, σκοτώνει βουβάλια, σκίζει τίγρεις στα δύο και ξεσηκώνει  τους ξενιτεμένους Έλληνες με τα απίθανα ανδραγαθήματά του.


Η καταγωγή του Παναγή του Κουταλιανού, ήταν απο την Τρίπολη της Αρκαδίας. Το όνομα του παππού του ήταν Παναγιώτης Καλλιοντζής και κάποια στιγμή βρέθηκε στην Κούταλη. Εκεί παντρεύτηκε και ρίζωσε. Εγγόνι του, απο τον γιό του Αντώνη,  ήταν  ο Παναγής ο Κουταλιανός.
«Έφυγα λοιπόν απο την πατρίδα μου την Κούταλη εννιά χρονών παιδί, και πήγα να βρώ την τύχη μου στην Κωνσταντινούπολι, όπου έγιαν μούτσος σε ένα καϊκι και κουβαλούσα νερό με τα βαρέλια που έχουνε οι θαλασσινοί, τα οποία χωρούνε απο 30 οκάδες το καθένα. Σήκωνα δε δυό στις μασκάλαις μου. Εκάθησα σ αυτό το καϊκι κάμποσο καιρό, ύστερα πήγα σ άλλο και σ άλλο χωρίς να κάνω κανένα πράγμα άξιο λόγου παρά να σηκώνω βάρη μαγαλείτερα απο την ηλικία μου, που κάνανε τους άλλους ναύτες να με θαυμάζουνε πολύ.

Αυτή την ζωή την έζησα έως το 1866 που πήγα με το τελευταίο καϊκι στο οποίο δούλευα στην Μασσαλία. (Σημείωση: Ο Παναγής ήταν τότε 19 ετών)

Σχέδιο Θεόφιλου
Εκεί έκανα μια λοκάντα στην οποία έρχόντανε όλοι οι γραικοί ναύτες και η δουλειά μου πήγαινε σαν ήθελεν ο Θεός. Εκεί λοιπόν που λές εγυρέψανε κ΄ εγύρεψα να παντρευτώ με μιά κοπέλλα νόστιμη αλλά η τύχη δεν μ ΄άφησε να κάμω αυτή την δουλειά, και για τούτο ένα βράδυ του 1868 εφασκέλωσα την λοκάντα μ΄όλα τα  έπιπλα και επήγα ναύτης στο αγγλικό καράβι Πομπλέμους, στο οποίον την ώρα τηα αναχωρήσεως  καταγινόμουνα  να μπογιατίζω ένα μικρό καραβάκι, έργο των χεριών μου, όταν μου παρουσιάστηκε ο υποπλοίαρχος και μου είπε να βοηθήσω τους έξη ναύτας για να σηκώσουμε την άγκουρα. Πήγα και χωρίς να χάσω καιρό τράβηξα την αλυσσίδα και τη σήκωσα μόνος στο κατάστρωμα, που έκαμα όλους τους ναύτας του καραβιού να χάσουνε τον Θεό τους και να με κυττάζουνε με απορία ως να μην πιστεύανε πως είμι άνθρωπος γιατί το βάρος της άγκουρας και της αλυσσίδας  ήτανε περισσότερο απο εξακοσίας οκάδας.
Ο πλοίαρχος άμα έμαθε το τοιούτο, ήρθε μ΄αγκάλιασε, με φίλησε, και μου είπε να του ζητήσω ο,τι θέλω, εγώ δε του είπα να διατάξει τον τροφοδότη να μου δίνει όσο φαγί θέλω γηια να τρώγω,επειδή και τρώγω πολύ πάντα μου. Όχι μόνον τούτο έκαμε ο λαμπρός αυτός άνθρωπος αλλά και στής αγγλικαίς εφημερίδες έγραψε και με επαίνεσε για την μεγάλη μου δύναμη»

Το πλοίο τελικά έφτασε στο Μπουένος Άιρες “Βουόναις  Άïρες” όπως ο ίδιος το αναφέρει. Εκεί ο Παναγής, μέ τρόπο κατεβάζει το μπαούλο με τα πράγματά του, και τα εμπιστεύεται σε μια σπανιόλικη οικογένεια που είχε ταξιδέψει με το πλοίο απο την Μασσαλία. Φτειάχνει ένα σχέδιο να εγκαταλείψει το πλοίο καθώς αυτό θα είχε αναχωρήσει απο το Μπουένος Άιρες και τούτο γιατί, «σύμφωνα με τους ναυτικούς νόμους άμα δεν θέλει ο καπετάνιος με το καλό να φύγει ένας  ναύτης, δεν μπορεί αυτός να φύγει, γιατί συλλαμβάνεται απο την αρχή του τόπου  και παραδίνεται δεμένος πάλι στο καράβι, κι εγώ τέτοιο πράγμα δεν ήθελα»  Το πλοίο αναχωρεί για την επιστροφή του, και ενώ βρίσκεται 25 μίλια έξω απο το λιμάνι, ο Παναγής καυγαδίζει με τον γραμματικό του καραβιού για το φαγητό, ο γραμματικός τον βρίζει, ο Παναγής του σπάει τα μούτρα με ένα πιάτο, και ρίχνεται στην θάλασσα....

Σχέδιο Θεόφιλου
Τρείς μέρες πάλεψε με τη θάλασσα πού είχε αντίθετο ρεύμα και τον ξεμάκραινε απο την στεριά. Τελικά τον σώζει  ένα ναπολιτάνικο καϊκι το Γένοβα Σόλα που τον μεταφέρει στο Μπουένος Άιρες. Δουλεύει σε καϊκα αλλά ευέξαπτος χαρακτήρας – και 19 χρονών- τσακώνεται και φεύγει χωρίς να παίρνει τα λεφτά που του χρωστάγανε. Σύντομα όμως η τύχη τους αλλάζει. Ακούει για τον επαγγελματία παλαιστή, τον αήττητο μέχρι τότε Ιταλό Ρεπέτο, πηγαίνει σε μία παράστασή του και εκεί με ευκολία τον νικά. Έτσι αρχίζει η σταδιοδρομία του στην πάλη. Πηγαίνει στην Βραζιλία, στο “Ρίον Ιανέριον”  και νικά τους αήττητους παλαιστές της περιοχής, μεταξύ των οποίων και έναν τρίμετρο γίγαντα τον Αράπη. Απο εκεί με το πλοίο «Κροταλίας» φεύγει για την Γαλλία για το Βορδώ όπου θα μάθει την τέχνη της παλαιστικής απο τον περίφημο δάσκαλο της εποχής, τον  Μπερνάρ. Νικά όλους τους μαθητές του Μπερνάρ, αλλά και τον ίδιο τον δάσκαλό του δυό φορές, παίρνει το δίπλωμα του παλαιστού μέ Αριστα, αρνείται να παντρευτεί την ανηψιά του Μπερνάρ, και φεύγει για την Αγγλία.
Στο Λονδίνο, σύμφωνα με την διήγηση του βιβλίου, νικάει στην πάλη τον παλαιστή «Οσκάρ απο την Νοβεργία» και ο διοργανωτής των αγώνων για να τον εκδικηθεί που δεν δέχθηκε 600 λίρες για νά «πουλήσει» τον αγώνα – συνηθισμένο και παμπάλαιο το έθιμο κατά πώς φαίνεται- ρίχνει μέσα στην παλαίστρα μια τίγρη. «Αλλά άμα άνοιξε η πόρτα του κλουβιού και ήρθε η Τίγρις, την άρπαξα απο το στόμα με τα δυό μου χέρια και την άνοιξα σαν σαρδέλα. Τότε μου πήρε τ αυτιά το ζήτω, το μπράβο, η σκηνή γέμισε άνθη»

Στο Μοντεβιδέο
Αυτήν την σκηνή με την τίγρη, θα την επαναλάβει στα 1873 στο Μοντεβίδεο που θα επιστρέψει. Η πάλη του με την τίγρη, με τον ταύρο – βούβαλο, και οι εικόνες που σηκώνει δυό κανόνια που εκπυρσοκροτούν, θα γίνουν αφίσες σε ολόκληρο τον κόσμο και θα εμπνεύσουν τον Θεόφιλο να ζωγραφίσει τον Νεό Ηρακλή, τον Παναγή τον Κουταλιανό.
Απο την Αγγλία θα βρεθεί  στην Καλκούτα «στας Ινδίας». Θα νικήσει τον Κιρκάσιο Ομέρ αλή, και θα δώσει παραστάσεις και πάλης αλλά και άρσης βαρών. Εκεί θα σηκώσει και τα δυό κανόνια που θα τα γεμίσουν και θα τους βάλουν φωτιά, δεμένα επάνω του. « έδωσα παρασατάσεις εις το θέατρο του Μπρούμ, που μαζευθήκανε όλα τα περίχωρα της Καλκούτας για να με δούνε που έρριξα πολλές φορές τα δυό κανόνια, έφερα βάρη 1.500 οκάδες και άλλα διάφορα. Έπειτα αναχωρήσαμε με τον Μπρούμ  με ένα βαπόρι ονομαζόμενο Ινδίαι και τα πρυμάραμε για τη Μαδαγασκάρ»

 « Το θέατρο ήτο γεμάτο απο κόσμο, εκεί ήτο και η Βασίλισσα της Μαδγασκάρ, καθημένη σε ένα χρυσό πάλκο για να δεί τον περίφημο Μπεχλιβάνη όπου είχε, τον Γίγαντα Βέρβερο. Ανέβηκα στην σκηνή με ένα πήδημα και βρέθηκα μπροστά στον Βέρβερο, όστις με αγριοκοίταξε και αμέσως αρπαχτήκαμε, ο λαός με τις φωναί τού έκανε κουράγιο για να με νικήση, ένα τέταρτο της ώρας διήρκεσε το πάλεμα, όπου τον έρριξα έξω απο την σκηνή και με μια γροθιά του έσπασα τα μούτρα».
Με αμοιβές και πλούσια δώρα θα αναχωρήσει, και μέσω Γαλλίας θα ξαναγυρίσει στο Μπουένος Άϊρες. Θα παντρευτεί την Παλμύρα, Ιταλικής καταγωγής, και θα γίνει ξενοδόχος αλλά ταυτόχρονα θα δίνεια παραστάσεις πάλης και άρσης βαρών. «Αλλά κατα το 1881έγιεν ο  πόλεμος της  Χιλής και της Περουβίας που σταματήσαν οι δουλειές μου, τότε άφησα της Βουόναις Άϊρες, επήρα την οικογένειά μου και ανεχώρησα εις διάφορα μέρη του κόσμου, δίδοντας παραστάσεις, επάλαιψα με διαφόρους παλαιστάς τους οποίους ενίκησα, ώς και τον φοβερόν Αρμένη Σιμών στην Κωνσταντινούπολι τον οποίον ενίκησα μπροστά στον Σουλτάνο Χαμήτ, για την νίκη μου ο Σουλτάνος μου χάρισε ένα τσιφλίκι έξω στην Καλλίπολι να κάθομαι με την οικογένειά μου. Εβαρέθηκα την ήσυχη ζωή, και άφησα την γυναίκα  μου και τα παιδιά μου στο τσιφλίκι και ανεχώρησα είς διάφορα μέρη του κόσμου δείχνοντας την σωματική μου ρώμη».

Η βιογραφία του αυτή, κλείνει με μερικά «διαφημιστικά» λόγια.  «Στά γυμνάσιά μου δύναμαι να φέρω επάνω μου βάρος 1.500 - 2.000 οκάδες, φέρω 3 κανόνια, ένα στον ώμο, ένα στη μασκάλη και ένα στα σκέλη, χωρίς να κινούμαι, που να εκπυρσοκροτούν, δια των χειρών μου λυγίζω σίδερο 3 δακτύλων πάχους, με την γροθιά μου φονεύω βούβαλο, και άλλα διάφορα γυμνάσια.  Γνωρίζω και μιλώ δέκα γλώσσαις,χορεύω Βάλς γαλλικό και Ταραντέλλα και Καλαμτιανό και Ζεϊμπέκικο κασι ότι άλλο θελήσετε»
  Έτσι ιστορείται ο Παναγής ο Κουταλιανός. Αλλά αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε  κάτι  γραμμένο απο τον Κουταλιανό λογοτέχνη Δημήτρη Οικονομίδη.
 Το 1949 κυκλοφόρησε μια συλλογή διηγημάτων του με τίτλο  Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΕΣ ΠΕΤΡΕΣ  (Αθήνα - έκδοση Δ.Δημητράκος)  Ανάμεσα στα άλλα,  το πρώτο μιας τριλογίας με τίτλο ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ  το ονομάζει «ο Παναγής ο Κουταλιανός». Είναι μια καταγραφή που αναφέρεται  στα κατορθώματα που είχε ακούσει αλλά και της  διήγησης του πατέρα του, για την πραγματική ιστορία του θανάτου του Παναγή. Από αυτό το βιβλίο είναι παρμένα και τα περισσότερα του προηγούμενου άρθρου.

  ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ
Ο ΠΑΝΑΓΗΣ Ο ΚΟΥΤΑΛΙΑΝΟΣ
    
Τόνομά του το λέγαν στα πέρατα της οικουμένης και τα μικρά παιδιά. Έγώ τον θυμάμαι πάντα έτσι : με τα σκέλια ανοιχτά, σφιγμένα μέσα στο άσπρο καλτσόνι, ακούνητο σαν ένα διπλόκορμο, βαθύριζο δέντρο, πάνω στην πρόχειρη σκηνή του χωριάτικου καφενέ, με την ράχη γυρισμένη στο ανοιχτό πορτοπαράθυρο. Τρία σιδερένια κανόνια, δεμένα με χοντρές αλυσσίδες τόνα  με τάλλο, το ένα να στηρίζεται πάνω στο δεξί του ώμο και τάλλα να κρέμονται στο πλευρό του. Με το αριστερό του χέρι στη μεσολαβή για ισορροπία και με το δεξί του χέρι να κρατάει τον αναμμένο δαυλό. Και με το ένα – δύο -τρία, νά βάζει φωτιά και στα τρία κανόνια. Φλόγα και καπνός και αντάρα να ξεπετιέται απο τις μπούκες των κανονιών στανοιχτό πορτοπαράθυρο, να σειέται σύξυλος ο καφενές του χωριού, κι αυτός, δέντρο ριζωμένο, να μην σιέται , να μη λυγιέται. Ο Παναγής ο αντρειωμένος ! Μπράβο Παναγή !...
              Θάθελα νάμουν ένας λαϊκός ζωγράφος, ένας Θεόφιλος σα να λέμε, να τον ζωγράφιζα τον Παναγή, τον χωριανό μου, με τα κανόνια του. Να τον ζωγράφιζα νιούτσικο, όταν πρωτογνώρισε την δύναμή του, καταπώς λέει ο λόγος. Πάνω σένα καράβι απο κείνα τα κουταλιανά, με τα τρία κατάρτια και τις διπλές κουβέρτες, που πηγαίνουν στο Ταϊγάνι στα οχτακόσια ογδόντα τόσο. Γεροδεμένα καράβια, παλαίβαν με την Μαύρη θάλασσα και τις γοργόνες της και φόρτωναν πραμάτεια για την Πόλη, την Προύσα και την Άσπρη θάλασσα. Ακαμάτης ξαπλωμένος στην κουβέρτα, μούτσος αξύριστος ακόμη ο Παναγής, χαζεύει τα παιδιά τους ναύτες και τον καπετάνιο να τραβούν την αλυσσίδα για να σαλπάρουν την άγκυρα, που έμπλεξε στον πάτο της θάλασσας, δέκα νοματέοι να τραβούν μαζί και η άγκυρα δε μετακουνιέται.
- Βρέ τεμπέλαρε, δε βάζεις κ΄εσύ ένα χάρι, του λέει ο καπετάνιος.
- Ού να χαθήτε, νιάνιαρα ! στην μπάντα ούλοι ! ... τους λέει ο Παναγής και πετιέται επάνω, σά να του πάτησαν τον κάλο.
              Αρπάζει με τις χερούκλες του τις δασωμένες την αλυσίδα, διώχνει τους άλλους πέρα, και βίρα! βίρα! ... και χόπλα! χόπλα!... ξεκολλάει την άγκυρα απο τον πάτο της θάλασσας κασι σου την ανεβάζει απάνου σα νάταν η πετονιά του ψαρά με καμιά παλαμίδα αγκιστρωμένη στην άκρη της.
                Να πως θα τον ζωγράφιζα τον Παναγή τον αντρειωμένο. Αυτή θα είτανε η ζωγραφιά στη μέση. Και γύρω-γύρω θάκανα πιο μικρές ζωγραφιές, απο τις χίλιες ιστορίες του Παναγή, που μου έλεγε η γιαγιά μου η συγχωρεμένη  σάν είμουνα παιδί.

  Ο Παναγής ο αντρειωμένος να κλέβει την γυναίκα του την σπανιόλα, εκεί κάτω στους αφιλόξενους γιαλούς της Νότιας Αμερικής. Να τήνε κλέβει απο τους αγριάνθρωπους τους σπανιόλους τυχοδιώχτες, να την κουβαλά στο ώμο του σαν παιχνιδάκι, να τρέχει ανάμεσα απ τάθάνατα και τις τροπικές αγκάθες στον γιαλό. Καταπόδι του πλήθος οι σπανιόλοι τρέχουν και δεν τον προφταίνουν, τραβούν στον αγέρα με τόξα και ντουφέκια, γιατί φοοβούνται μηδά σκοτώσουν την κοπέλα με τα αμυγδαλωτά μάτια, που την έχει αναριστή στον ώμο του. Κι αυτός μπαίνει στη βάρκα, λάμνει σα σίφουνας, φτάνει το καράβι στ΄ανοιχτά και σαλπαίρνει για τη θάλασσα του Μαρμαρά, όπου μεταφύτεψε για πάντα το ξωτικό του λουλούδι.

          Άλλη πάλι ζωγραφιά θα είταν η παράσταση μπροστά στον Σουλτάνο τον Αβντούλ-Χαμίτη. Η αυλαία θάνοίγει για να παλαίψουν ο Παναγής ο αντρειωμένος με τον αρχιμπεχλιβάνη του Σαραγιού. Κι ο Σουλτάνος κριτής για ζωή και θάνατο.

Κι ο αρχιμπεχλιβάνης εκιόυεψε. Περιμένει ο Παναγής στη μέση του αλωνιού, όπου θά πάλαιβαν, περιμένει κι ο Σουλτάνος κ’ οι πασάφες υου και ο αρχιμπεχλιβάνης δεν φαίνεται. Και νά ! πίσω απ΄την ράχη του Παναγή ανοίγει ένα κλουβί και πετιέται ένας τίγρης. Ο κιοτής ο μπεχλιβάνης τα σχεδίασε αυτά και ήξαιρε πως ο Σουλτάνος  θάκανε χάζι να δει το φόβο του αντρειωμένου χριστιανού σα θ΄αντίκρυζε μπροστά του το μανιασμένο τίγρη.
            Αυτή τη στιγμή θα ζωγράφιζα εγώ. Τον Παναγή να παλαίβει με τον τίγρη τον ανήμερο. Ο τίγρης νάχει χωμένα τα νύχια του στο αριστερό μερί του Παναγή, κι ο Παναγής να κρατάει με τις δυό χερούκλες του ανοιχτό το στόμα του θεριού και να το σκίζει στα δύο.

  Τόρα, άν δεν την πιστεύεται την ιστορία μου, άνθρωποι, ρωτήστε να μάθετε γιατί το χωριό μου η Κούταλη δεν πλέρωνε φόρο στην Τουρκιά τον καιρό του Χαμίτη. Γιατί ο Σουλτάνος, λέι, όταν τέλειωσε η παράσταση, έστειλε να πιάσουν τον αρχιμπεχλιβάνη και να τον κρεμάσουν ανάποδα, φώναξε και τον Παναγή τον Κουταλιανό μπροστά του και τόνε ρώτησε.
- Τί θέλεις, γκιαούρη, να σού δώσω ; Ό,τι πείς, θα το κάνω.
- Πατισάχ μου τρισένδοξε, λέιε ο Παναγής και προσκυνάει. Εγώ δε θέλω τίποτα. Διάταξε μονάχα να μη βάζουν πια φόρους στο χωριό μου, για να ζήσουν οι άνθρωποι σαν άνθρωποι απ΄τη δουλειά τους.
- Και ποιό είναι το χωριό σου, γκιαούρη;
- Η Κούταλη, Πατισάχ μου. Ένα νησί.
- Και πού είναι η Κούταλη ; ρώτησε ο Χαμίτης τον Βεζύρη και τους πασάδες του.
 Μα κανείς δεν ήξερε να του πεί. Τρέξαν, φέραν τους χάρτες, έψαξαν, έψαξαν, που να το βρούνε ! Ούτε δε που φαίνεται στο χάρτη τόνομά του, τόσο μικρό που είναι το νησί μου.Ντρέπονταν να ρωτήσουν το γκιαούρη, να τους πεί. Ακούς εκεί να μην ξαίρουν τα υποστατικά τους !
- Ού να χαθήτε, εντεψίζηδες, τους είπε ο Σουλτάνος και τους φασκέλωσε όλους.- Γκιαούρη, τούρκος φορατζής δε θα πατήσει στο χωριό σου απο τόρα κι ομπρός, όποιο και νάναι το χωριό σου.

  Και η Κούταλη δεν ξαναπλέρωσε φόρο στην Τουρκιά. Έκοψαν κίτρινα μεταλλίκια οι δημογέροντες μ΄ένα σταυρό στη μέση και μ΄αυτά πλέρωναν στον μπακάλη και στον έμπορα οι Κουταλιανοί ό,τι αγόραζαν – λίγα πράματα αγόραζαν, γιατί τα πιότερα τάφερναν τα καϊκια τους απο την Μαύρη θάλασσα κ΄ οι μηχανές τους, τα σφουγγαράδικα, που κατέβαιναν ώς το Τούνεζι για σφουγγάρια κάθε χρόνο.
Κι άλλες πολλές μικροζωγραφιές θάφκιαχνα γύρω στη μεγάλη εικόνα της άγκυρας. Μα η ιστορία μου τότες θα πάγαινε σε μάκρος.

Ποιός λοιπόν μπορεί να το φαντασθεί πώς και πού πέθανε ο Παναγής ο Κουταλιανός; ΄Ετσι μούρχεται να μην το πω και να κλείσω την όμορφη ιστορία μου ώ εδώ. Ας είναι.

  Ο Παναγής ο Κουταλιανός είχε ένα κάλο. Έναν τιποτένιο κάλο στο δεξί του πόδι. Μια μέρα, λένε, τον έκοψε μέ ένα ξυράφι. ΄Ετρεξε μια στάλα αίμα, τόση δά. Άντρακλας παντοδύναμος ακόμα. Σε λίγες μέρες η πληγή κακοφόρμισε. Πρήστηκε το πόδι του, νατούλι. Φτωχός, πάφτωχος. Ο πόλεμος, ο μεγάλος ούρλιαζε. Στα εννιακόσια δέκα  έξι , στην Πόλη γενήκαν αυτά που λέω. Ποτάμι χυνόταν το αίμα του κόσμου. Κανείς δεν είχε καιρό να σκεφθεί τον Παναγή τον Κουταλιανό. Τον πήραν οι δικοί του και τον πήγαν στα Φιλανθρωπικά  Καταστήματα του Βαλουκλή.. Του κόψαν το πόδι στο νοσοκομείο. Η γάγγραινα προχώρησε πιο απάνου. Κι ο Παναγής ο Κουταλιανός πέθανε μονάχος τουμέσα στο γυμνό δωμάτιο του νοσοκομείου που μύριζε χλωροφόρμι.  Ολομόναχος.
  Ποιές θύμισες της πολυταξιδεμένης ζωής του να πέρασαν απ το μυαλό του τη αστερνή του ώρα; Ποιές δόξες και ποιές τιμές, στη Ρουσία μπροστά στον Τσάρο και στην Αμερική και σ΄όλες τις πολιτείες και στα λιμάνια της γής, να ξαναθυμήθηκε τάχα αυτός που πάλαιψε με αράπηδες και τάρταρους και γίγαντες και θεριά κι όλους τους  νίκησε ;  Και μονάχα ο Χάροντας τον ξεγέλασε έτσι μπαμπέσικα, χειρότερα κι απ΄τον κιοτή τον αρχιμπεχλιβάνη του Σουλτάνου. Ποιός μπορεί να το ξαίρει;
Στην κηδεία του ήταν πεντέξη άνθρωποι κ΄οι δικοί του. Κι ο πατέρας μου μαζί μ αυτούς.
Ο Θεός να σχωρέσει τον Παναγή τον αντρειωμένο.



Και ένα άρθρο από τον Ηλία Πετρόπουλο το 2001

 Ο Κουταλιανός
Ηλίας Πετρόπουλος

Ετυχε νά πέσει στά χέρια μου ένα τιποτένιο φυλλάδιο, τυπωμένο στήν Αθήνα τό 1886. Είναι ένα κακοτυπωμένο έντυπο (διαστάσεων 18Χ12,5 εκατοστών) μέ 16 σελίδες, όπου είναι στριμωγμένα λαϊκουρίστικα ποιήματα γεμάτα ορθογραφικά καί τυπογραφικά λάθη.
 Ως ποιητής φέρεται κάποιος Πέτρος Γεωργίου Εννενήντας εκ Πατρών. Μιά αυτοβιογραφική περικοπή ενός ποιήματος δείχνει ότι ο ποιητής ήτο τυφλός:

  άν έφτεξα αδέλφια μου τά έχω γεγραμμένα
ο ποιητής απέδευτος νάναι συχωρεμένα
ο ποιητής θεόστραβος δέν έχει τά ματάκια
περπατεί καί τραγουδεί στού κόσμου τά σοκάκια
άν έφτεξα καί άν έσφαλα τό έχω ποιημένο
ο ποιητής είναι στραβός νά είναι συχωρημένος.

Δηλαδή, ο ποιητής μας ήτο ζητιάνος καί διακόνευε πουλώντας τήν φυλλάδα του.

Η θεματολογία τών ποιημάτων τής φυλλάδας είναι βασισμένη στά επίκαιρα γεγονότα τής εποχής: Θεσσαλία, Μακεδονία, ο Εγιούπ-πασάς τής Λάρισας, ο σεισμός τής Χίου, τά συνοριακά επεισόδια, ο σεισμός τής Μεσσηνίας, καί, ο Παναγής Κουταλιανός. Σήμερα τό όνομα αυτό δέν λέει καί πολλά πράματα, αλλά τόν παλιό καιρό τόν κάθε χεροδύναμο άντρα τόν αποκαλούσαν Κουταλιανό, ή Τόφαλο, ή Τζίμ Λόντο, από τά ονόματα τών δημοφιλών παλαιστών. Ανάλογο μεταπολεμικό παράδειγμα υπήρξε ο Τζίμης ο Τίγρης, πού τόν απαθανάτισε στήν ομώνυμη ταινία του ο Παντελής Βούλγαρης. Γιά τόν Κουταλιανό διαβάζω στήν φυλλάδα τά εξής:

Η Κούταλης είναι νισί η χαρις της μεγάλη
πού έβγαλε ένα γίγαντα ένα παλληκάρι
ούλο τόν κόσμο γύρισε Ανατολή καί Δύσι
άνθρωπος δέν ευρέθηκε αυτόν διά νά νικήση
επάλαψε μέ λέοντες μέ άγρια θηρία,
Χριστέ μου καί βοήθα τον θεέ καί παναγία,
Σαμψών νά τόν ονομάσουνε σαμψών νά τόν ειπούνε,
καί οι βασιλείς ηθέλουνε αυτόνε γιά νά ιδούνε
θαυμάζουμε τ' αξιώματα καί τ' ανδραγαθήματά του,
όλος ο κόσμος χαίρεται ν' ακούνε τ' όνομά του,
όλος ο κόσμος έφριξε καί όλη η οικουμένη,
σάν τέτοιο θέαμα φρικτό στόν κόσμο δέν θά γένει.
καί η πατρίς του χαίρεται μεγάλη καί μικρή,
χρόνους παρακαλούνε στόν νέον Ηρακλή.
η μήτηρ του παρακαλεί εμπρός τήν Παναγία,
διά νά φυλάξη ο θεός τού υιού της τήν ανδρείαν
Ω Παναγή περίφημε όλοι παρακαλούμε
διά ν' αξιώση ο Θεός σήμερον νά σέ ιδούμε
είσαι ήλιος λαμπρότατος φεγγάρι λαμπερό
εθάμπωσε τό φώς μου καί δέν μπορώ νά ιδώ
είσαι φεγγάρι λαμπερό καί ήλιος τής ημέρας
καί κτύπαγες τά σίδηρα εις τάς ζωηράς σου χείρας,
όταν κτυπάς τά σίδηρα καί όταν πετάς τής μπάλαις
η αγίας τριάς ευρίσκεται μέσ' τής δυό σου αγκάλαις
πολλά είναι τά νικήματα οπόχει καμωμένα
δέν τά χωράει τό χαρτί, ούτε τά γράφει η πέννα.

Θυμάμαι πώς, όταν ήμουνα παιδάκι, χάζευα μέ ανοιχτό στόμα τίς λιθογραφίες πού έδειχναν τόν Κουταλιανό νά σχίζει τό στόμα ενός λιονταριού. Τότε κυκλοφορούσαν καί φυλλάδια μέ τήν βιογραφία τού Κουταλιανού. Ακόμη καί ο Θεόφιλος ζωγράφισε τόν τρομερό παλαιστή. Ο ελληνο-αμερικάνος Τζίμ Λόντος ήτο κι αυτός παλαιστής, πού συνέτριβε τούς αντίπαλους μέ τό αεροπλανικό κόλπο. 
ART & ΘΕΑΜΑΤΑ - 08/04/2001




 




Το σχέδιο που φιλοτέχνησε ο Κλ. Κλώνης για το μνημείο του Παναγή Κουταλιανού στη Νέα Κούταλη. Δόθηκε στον ομώνυμο Πολιτιστικό Σύλλογο ο οποίος με έξοδά του το κατασκεύασε και το τοποθέτησε στην πλατεία της Κοινότητας. (Φυσικά δεν έλειψε και η …εικαστική παρέμβαση, που θέλησε το μνημείο να έχει και τον μπούστο του Παναγή….. Πως αλλιώς θα ήταν μνημείο…)


 Το πρωτότυπο σχέδιο δωρήθηκε στην Πολιτιστική Εταιρεία Κουταλιανών απο την ανηψιά του Κλεόβουλου Κλώνη, κ. Ιουλία Κλώνη – Ρεβάχ.